Έλενα Ακρίτα – Εξετάσεις στα πρόθυρα της νευρικής

Ένα κλασικό άρθρο από το νέο βιβλίο της Έλενας, «Τα Χειροποίητα» 
Κάτι η ζέστη, κάτι που με χτύπησε το παπούτσι, ήρθα και κατέρρευσα στο φαρμακείο της φίλης μου. Κάθισα στην άκρη και παρακολουθούσα. Άτομα διαφόρων παθήσεων και πεποιθήσεων μπαινοβγαίνανε. Τους κοίταζα με το μάτι του συνταξιούχου. Ξέρετε, εκείνο το κλασικό. Το αναγνωρίσιμο. Ένα βλέμμα που το συναντάς ειδικά στα φαρμακεία.

Ο υπέργηρος στην καρέκλα παρατηρεί με το ενδιαφέρον του μανιακού ασθενείς, οδοιπόρους, συνταγές. Δίνει συμβουλές. Αμφισβητεί τη διάγνωση του θεράποντος. Έχει γνώση, έχει γνώμη, έχει άποψη για το νόσημα:

— Αυτά τα χάπια σας δώσανε; Τίποτα δεν κάνουν.
— Τις δοκίμασα κι εγώ αυτές τις ενέσεις, πεταμένα λεφτά.
— Το άλλο να πάρετε, λίγη υπνηλία φέρνει, αλλά είναι θαυματουργό.
— Μην ακούτε τους γιατρούς δεν ξέρουν τι τους γίνεται.

Κάπως έτσι κι εγώ. Τέτοιο θέαμα παρουσίαζα. Συνταξιούχος με μισοβγαλμένη γόβα.

Μπήκε μια κυρία. Κυρία, τρόπος του λέγειν. Κυρία σε μια άλλη ζωή. Διότι αυτό που εισέβαλε αποτελούσε την μετεμψύχωση του αλλούτερου. Του αλλόφρονος. Του σχιζοφρενούς, του πέραν των ορίων.

Εν ολίγοις, μπήκε μια τρελή. Με τρελό μάτι. Με δυο κόρες διεσταλμένες και μία κόρη που την είχε φέρει σε αυτό το στάδιο:

— Θέλω βιταμίνες.
— Τι βιταμίνες ακριβώς;
— Για τις εξετάσεις. Δεν έχετε βιταμίνες για εξετάσεις;

Και χωρίς να περιμένει απάντηση, έπιασε το παραλήρημα:

— Έχουν σπάσει τα νεύρα του τού παιδιού. Διαβάζει, διαβάζει, διαβάζει σελίδες, βιβλία, τόμους, κατεβατά ολόκληρα – δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό το πράγμα; Αυτό το πράγμα ποτέ δεν θα τελειώσει, σας ερωτώ;

Δεν μας ερωτούσε, εξ ου και δεν περίμενε απάντηση. Και συνέχισε:

— Και να πεις δεν είναι καλή μαθήτρια; Του δεκαεννιά. Του δεκαεννιά είναι το παιδί, δεκαεννιά η πίεση μού έχει ανέβει αυτή τη στιγμή που σας μιλάω. Χάλια έχουμε γίνει μέσα στο σπίτι, χάλια. Με το παραμικρό, αρπαζόμαστε οικογενειακώς, μαλλί με μαλλί. Πήγε προχτές να τη διαβάσει ο μπαμπάς της, στο μισάωρο πάνω, ακούω μέσα από την κλειστή πόρτα κάτι φωνές, μια φασαρία, έναν αλαλαγμό – πάγωσα. Πάγωσα, κυρία μου, λέω τώρα τι έχει γίνει; Σε αυτό το τίμιο σπίτι, τι έχει γίνει ακριβώς; Ποιος σκότωσε ποιον; Ποιον έχω μέσα στο ρετιρέ εγώ τώρα; Ποιον στυγερό εγκληματία υποθάλπω; Την πατροκτόνο ή τον παιδοκτόνο;

Πήρε βαθιά ανάσα:

— Μια χαρά άνθρωποι ήμασταν. Δακτυλοδεικτούμενοι στην πολυκατοικία. Τη φωνή μας δεν την ήξεραν οι διπλανοί. Από το καζανάκι υποψιάζονταν ότι ο πέμπτος κατοικείται. Με τις εξετάσεις το πάθαμε αυτό. Έτσι μπήκαμε, συν γυναιξί και τέκνοις, στην ομαδική παράκρουση. Το παιδί –υγιέστατο πλάσμα εκτός από τις παιδικές, ιλαρά, μαγουλάδες και τα ρέστα–, τίποτα δεν έχω να του προσάψω. Πώς κατάντησε έτσι; Καλημέρα της λες, σε βρίζει. Καλημέρα ΔΕΝ της λες, πάλι σε βρίζει. Δεν κοιμάται. Όταν κοιμάται, δεν ξυπνάει. Πέφτει σε λήθαργο, σε χειμερία νάρκη σαν τις αρκούδες. Δεν τρώει. Κι εκεί που δεν τρώει –αλλά τίποτα, μιλάμε– πέντε τα ξημερώματα, πέντε σε όλα τα ρολόγια, την πιάνει μια βουλιμία, το απερίγραπτο. Πώς ήταν η Νταϊάνα που τσάκιζε τις προμήθειες τήδε και μετά έκανε το ψυγείο εμετό; Ξέρεις τι είναι να βλέ- πεις το παιδί σου, το σπλάχνο σου, που το μεγάλωσες με τόσες θυσίες, που το έστειλες μπαλέτο και το καμάρωνες στις πουέντ Οντίλ-Οντέτ, το μανάρι μου – ξέρεις τι είναι να το βλέπεις σε κωματώδη κατάσταση αγκαλιά με μια γραβιέρα; Κι όλα αυτά για τις εξετάσεις; Για τις εξετάσεις, γι’ αυτό το σίχαμα; Τι να σας πω, αυτό το παιδί κάπου θα μπει οπωσδήποτε. Τώρα Πανεπιστήμιο θα μπει, Δρομοκαΐτειο θα μπει, πάντως την εισαγωγή την έχουμε σίγουρη. Εισαγωγή μετ’ επαίνων. Και θα μου πεις, άντε και μπήκε. Άντε και πέρασε. Ουρές θα κάνουνε έξω από το σπίτι μας, ποιος θα την πρωτοπροσλάβει. Τι του λείπει του χωριάτη, άλλη μία δικηγόρος να βγαίνει στα παράθυρα των βραδινών δελτίων. Και της το λες. Και της το εξηγείς: «Πουλάκι μου, και να μην περάσεις δεν θα σου πάρουμε το κεφάλι. Δεν θα σε διασύρουμε γουλί στην Πανεπιστημίου, δεν ισχύει ο Νόμος 4000, μάτια μου, άκυρος, πάει αυτός τώρα. Κι εμείς δώσαμε εξετάσεις. Κι εμείς φτύσαμε αίμα. Αγωνία, ξενύχτια, διάβασμα χωρίς τελειωμό, τα μάτια που γέρνουν πάνω στα προϊόντα της Ζιμπάμπουε. Και που τα μάθαμε τα προϊόντα της Ζιμπάμπουε, τι καταλάβαμε, παιδί μου;» Είναι σοβαρό εφόδιο στη ζωή το προϊόν της Ζιμπάμπουε; Είναι να στηριχτείς πάνω του, να πεις το ξέρω, το κατέχω, το έχω εμπεδώσει, με τέτοιο άσο στο μανίκι, με το προϊόν της Ζιμπάμπουε στο τσεπάκι, θα σου κάνω εγώ τώρα μεγάλη σταδιοδρομία – είναι πράγμα αυτό; Το πράγμα αυτό, το συγκεκριμένο, το ιδιαζόντως ειδεχθές γιατί το κάνουνε στα παιδιά μας; Πήγαμε εμείς να τους πειράξουμε τα δικά τους τα παιδιά; Μέχρι να τελειώσουν οι εξετάσεις, εγώ θα έχω κόρη – που ως κόρην οφθαλμού τη μεγάλωσα;

Κοίταξε γύρω της, ανέκτησε αισθήσεις κι επικοινωνία με το περιβάλλον. Συγκέντρωσε τα διάσπαρτα ψήγματα της αξιοπρέπειάς της:

— Εκτός από τις βιταμίνες, κάτι σε μανιοκατάθλιψη χρειάζεται συνταγή ιατρού;

ΥΓ: Ανακαλύψτε κι εσείς τα Χειροποίητα όπου η Έλενα Ακρίτα επιλέγει τα καλύτερά της κείμενα από όλη τη συγγραφική της πορεία.

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *