«Θα με αγαπάς ακόμα κι αν αποτύχω;» Πίσω από τον φόβο αποτυχίας των παιδιών

«Θα με αγαπάς ακόμα κι αν αποτύχω;» Πίσω από τον φόβο αποτυχίας των παιδιών

 Γράφουν οι Μάριος Μάζαρης (schoolmarius) και Φρόσω Φωτεινάκη στο βιβλίο τους Μαζί ό,τι κι αν συμβεί

Όταν ήμουν μικρός, είχα την αίσθηση ότι σε όλα αποτύγχανα: να διαβάσω, να πάρω καλούς βαθμούς, να μάθω να σφυρίζω, να δένω τα κορδόνια μου ή να κάνω ποδήλατο – είναι γεμάτο το δισάκι μου από τέτοιες ιστορίες. Δεν θυμάμαι όμως ανθρώπους να με κοροϊδεύουν για αυτό ή να με ρωτούν εκ των προτέρων αν θα τα κατάφερνα. Τότε, αφού κανείς δεν με έκρινε –τουλάχιστον για τα συγκεκριμένα–, γιατί ένιωθα έτσι; Μήπως το αίσθημα της αποτυχίας το προκαλούμε πρώτα εμείς στον εαυτό μας; Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι οι έννοιες της επιτυχίας και της αποτυχίας είναι σχετικές. Έχουν να κάνουν με το ποιους ανθρώπους βάζεις δίπλα και πόσο σε προκαλεί το περιβάλλον να συγκριθείς μαζί τους. Γιατί, κακά τα ψέματα, η σύγκριση φέρνει την αποτυχία.

Και παρόλο που θα περίμενε κανείς οι εντυπώσεις ενός μικρού παιδιού να μην επηρεάσουν τη μετέπειτα ζωή του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι τις ικανότητές σου ξεκινά από εκείνη την ηλικία, από τα «δεν μπορείς να τα καταφέρεις» που άκουσες και σε πλήγωσαν, από τα «άσε εμένα καλύτερα» που σου είπε η μαμά ή ο μπαμπάς με καλή πρόθεση μεν αλλά που σε έκαναν να νιώθεις ότι ποτέ δεν θα είσαι αρκετός ή αρκετή, από τα «δεν ξέρεις εσύ» και πόσα ακόμα, που διαμόρφωσαν τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα – με ενεργητική ή παθητική διάθεση. Ζω για να προσπαθώ ή ζω για να αποτυγχάνω; Ίσως δεν χρειαστείς πολλές προσπάθειες, γιατί μετά τις πρώτες το παίρνεις απόφαση και σταματάς.

«Δεν θα συνεχίσω άλλο», λες, «πήρα το μάθημά μου. Δεν απέτυχα απλώς, ΕΙΜΑΙ η αποτυχία μου, είμαι αποτυχημένος/ αποτυχημένη».

(απόσπασμα από αφηγήσεις θεραπευομένων)

Όταν σκέφτομαι το παιδί μου να αποτυγχάνει, μου κόβονται τα πόδια. Αν πει λάθος το ποίημα, αν γράψει χάλια στο τεστ, αν βγει τελευταίος στο τρέξιμο, πόσο άσχημα θα νιώσει;

Από την άλλη βλέπω και κάποια παιδιά που δεν πτοούνται και τόσο, μπορεί να στενοχωρηθούν λίγο αλλά δεν «κολλάνε» σε αυτό, προχωρούν παρακάτω. Τι κάνει τα βήματά τους ανάλαφρα άραγε;

Ίσως ο δικός τους γονιός σκέφτεται πιο ανάλαφρα την αποτυχία – ίσως τη βλέπει σαν προχώρημα, σαν ευκαιρία.  Ένας φίλος κάποτε μου είπε να εμπιστεύομαι την αποτυχία, φέρνει δώρα και αυτή. Λες να έχει δίκιο;

Νομίζω πως αυτό το τελευταίο ερώτημα –«Λες να έχει δίκιο;»– είναι όλη η ουσία. Γιατί χρειάζεται πραγματικό θάρρος για να αρχίσουμε να βλέπουμε την αποτυχία όχι σαν απειλή, αλλά σαν δάσκαλο. Κι αυτό που μου γεννά συγκίνηση είναι ότι πίσω από όλες αυτές τις αφηγήσεις κρύβεται μια παιδική φωνή που ζητά το πιο απλό πράγμα στον κόσμο αξίζει χωρίς όρους. Να μη χρειάζεται να «κερδίζει» την αγάπη. Αυτή η ανάγκη, όταν δεν ικανοποιηθεί στην παιδική ηλικία, μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή: στις σχέσεις, στη δουλειά, στο βλέμμα προς τον εαυτό μας. Κι έπειτα, όταν γινόμαστε γονείς ή δάσκαλοι, την κουβαλάμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Νομίζουμε πως προστατεύουμε τα παιδιά μας από την αποτυχία, ενώ στην πραγματικότητα τα προστατεύουμε από τη δική μας αίσθηση ανεπάρκειας. Δεν αντέχουμε να τα δούμε να «πονούν», γιατί αυτό ξυπνά μέσα μας τον δικό μας παιδικό πόνο.

(απόσπασμα από αφηγήσεις θεραπευομένων)

«Λοιπόν, είμαστε εδώ γιατί… αποτύχαμε!» Η κόρη τους τον κοίταξε με απορία και μάτια ορθάνοιχτα

 «Αποτύχαμε στο να σε μεγαλώσουμε διαφορετικά απ’ ό,τι μεγαλώσαμε εμείς… Η μαμά σου και εγώ από παιδιά νιώθαμε πως πρέπει πάντα να τα καταφέρνουμε σε όλα, πρέπει να είμαστε πρώτοι, να διαπρέπουμε και να ξεχωρίζουμε… για να μας αποδέχονται. Και φοβόμαστε πως το ίδιο νιώθεις και εσύ…»

Η κόρη τους είχε σαστίσει, έβλεπε τους γονείς της φορτισμένους, να μιλούν για συναισθήματα, να κοιτούν με θάρρος τον εαυτό τους στον καθρέφτη της γονεϊκότητας.

«Θέλουμε να ξέρεις πως είμαστε πάντα δίπλα σου και δεν δίνουμε δεκάρα για το αν θα έρθεις πρώτη στον διαγωνισμό ρυθμικής», πήρε τον λόγο η μαμά.

«Δεν σκέφτηκα στιγμή πως σας νοιάζει η πρώτη θέση…» είπε δειλά η κόρη.

«Τότε; Τι φοβάσαι; Τι θα συμβεί αν δεν πας καλά στον διαγωνισμό;» ρώτησαν με αγωνία.

«Τότε φοβάμαι πως… πως δεν θα με αγαπάτε πια», απάντησε η Ευτυχία ξεσπώντας σε δάκρυα.

Αυτή η στιγμή στο θεραπευτικό δωμάτιο με συγκινεί κάθε φορά που τη φέρνω στο μυαλό μου. Γιατί μου θυμίζει πως τα παιδιά –όπως και εμάς τους ενήλικες– δεν τα φοβίζει το να μην τα πάνε καλά σε κάτι, αλλά το να σταματήσουν να είναι σημαντικά για τους γονείς τους, να χάσουν αυτό το βλέμμα που έχει καμάρι και αποδοχή.

Ο φόβος της αποτυχίας μεταδίδεται εύκολα, σαν μια αόρατη σκυτάλη σε έναν αγώνα δρόμου: από τους γονείς στα παιδιά, από τις κοινωνικές προσδοκίες στην εσωτερική φωνή που σου λέει επίμονα «δεν θα τα καταφέρεις».  Και η αποφυγή, το να μη δοκιμάσω, να μην εκτεθώ, γίνεται στρατηγική επιβίωσης, αλλά τελικά και ο δρόμος προς το κενό μιας ζωής που φοβηθήκαμε να ζήσουμε.

Και οι αποτυχίες των παιδιών;

Είναι πλούτος. Είναι εμβόλια δύναμης και ψυχικά αντισώματα. Είναι ο βέβαιος δρόμος προς μια ζωή που θα καταφέρουν να τη ζήσουν ολόκληρη· και σε παρακαλώ, εσένα που μας διαβάζεις, μην προσπαθήσεις να τους στερήσεις την ευκαιρία να αποτύχουν κοντά σου, κοντά σε έναν ενήλικα που εμπιστεύονται, μέσα σε αυτό το ασφαλές μέρος τους.

Έχω την αίσθηση ότι ο φόβος της αποτυχίας είναι από τους μεγαλύτερους που μας κυνηγούν. Μπορώ να θυμηθώ πάρα πολλά παιδιά να με κοιτάζουν έντρομα όταν συνειδητοποιούν ότι δεν ξέρουν μια απάντηση ή δεν έχουν κάνει μια άσκηση. Κι όταν ρωτάω τους γονείς τι συμβαίνει, μου λένε «φοβάται ότι θα τη μαλώσετε», ενώ δεν μαλώνω, αλλά έχουν φροντίσει οι γονείς να πουν ότι «θα σε μαλώσει ο κύριος» – και αυτό λειτουργεί ως υπέρτατη απειλή.

Τα παιδιά φοβούνται πως πίσω από μια αποτυχία έρχεται η απώλεια της αγάπης των γονιών ή και του δασκάλου, και για αυτό τρέμουν τον κακό βαθμό, το άσχημο σχόλιο από τον δάσκαλο. Οι γονείς, από την άλλη, πιστεύουν πως τα παιδιά ακούν και κρατούν μέσα τους μόνο όσα λέγονται. Τα παιδιά όμως κρατούν κυρίως όσα οι γονείς τους είναι – αν είναι λοιπόν τελειομανείς ή επιδοσιακοί, τότε και το παιδί προσπαθεί να ανήκει εκεί, μαζί τους, και τρέμει μήπως δεν έχει χώρο σε αυτό το «μαζί».

Ανακαλύψτε το βιβλίο! Ένα βιβλίο από έναν δάσκαλο και μια ψυχολόγο που μιλάει για τον σχολικό εκφοβισμό, το διαγενεακό τραύμα, τη σεξουαλική αγωγή, τις οθόνες και πολλά ακόμη. Μια άλλη δυνατότητα ακρόασης ενός παιδιού που μεγαλώνει σήμερα, αλλά και ενός παιδιού που κάποτε υπήρξαμε.

Prev
Φρόσω Φωτεινάκη,Μάριος Μάζαρης
Τιμή εκδότη 16.60€
Τιμή dioptra.gr 14.94€
Next
Σχετικά άρθρα
Prev
Μαζί ό,τι κι αν συμβεί: Ένα βιβλίο για τη δύναμη της σύνδεσης
Μαζί ό,τι κι αν συμβεί: Ένα βιβλίο για τη δύναμη της σύνδεσης

Γράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ψυχολόγος, συγγραφέας, πανεπιστημιακός

Τι πραγματικά σημαίνει το κόλλημα των παιδιών πίσω από τις οθόνες
Τι πραγματικά σημαίνει το κόλλημα των παιδιών πίσω από τις οθόνες

Οι οθόνες δεν είναι «το πρόβλημα» της σημερινής εποχής. Το πρόβλημα είναι πως λειτουργούν σαν το πιο αποτελεσμ …

Next