Γράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ψυχολόγος, συγγραφέας, πανεπιστημιακός
Γραμμένο από έναν φωτισμένο παιδαγωγό και μια διορατική ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια, το Μαζί ό,τι κι αν συμβεί είναι ένα βιβλίο-έκπληξη. Από την πρώτη σελίδα σε κερδίζει η φρεσκάδα της ματιάς του, η δομή, η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, η σοβαρότητα και η αξία της τρυφερότητάς του.
Ο Mάριος, ο παιδαγωγός, και η Φρόσω, η ψυχοθεραπεύτρια, μας προσφέρουν έναν χώρο στοχασμού και αναστοχασμού για τις περιπέτειες της ύπαρξής μας. Για το αίτημα του υπάρχειν σε έναν ανοίκειο κόσμο. Δίνουν φωνή στο ξεχασμένο παιδί που ο καθένας από εμάς κουβαλά μέσα του. Στο επίκεντρο το παιδί, ο πατέρας του ανθρώπου.
Κι αν είναι σκληρό πράγμα να είσαι γονιός σήμερα, κι αν ίσως είναι ακόμα πιο σκληρό να είσαι παιδί, οι δυο συγγραφείς, με βαθιά ενσυναίσθηση του ρόλου τους, με πείρα ετών, με τη δυνατότητα να αφουγκράζονται σαν με ένα τρίτο αφτί τους ψιθύρους, τις κραυγές αγωνίας, τις σιωπές παιδιών, γονιών, εκπαιδευτικών, μας προσφέρουν ένα πολύτιμο Μαζί ό,τι κι αν συμβεί. Μια υπόσχεση που ανακουφίζει. Δεν την έχει μόνο ανάγκη στην αρχή της ζωής του και καθώς μεγαλώνει το παιδί, την έχει ανάγκη και ο γονιός, ο εκπαιδευτικός που νιώθει σήμερα μόνος απέναντι σε μια πλημμυρίδα αντιφατικών πληροφοριών.
Δεν έχει να κάνει με συνταγές και καλές πρακτικές. Το βιβλίο αυτό προσφέρει μια άλλη δυνατότητα ακρόασης ενός παιδιού που μεγαλώνει σήμερα, αλλά και ενός παιδιού που κάποτε υπήρξαμε. Αυτό το ξεχασμένο μέσα μας παιδί, σε πείσμα όλων των καιρών, σε πείσμα όλων των καταστάσεων, εξακολουθεί με κάθε λογής ορατούς και αόρατους τρόπους να δηλώνει την παρουσία του.
Ναι, είναι δύσκολο να είσαι σήμερα παιδί, είναι δύσκολο να είσαι γονιός, εκπαιδευτικός. Κάπου στο βάθος, όμως, ένα ευλογημένο «μαζί» περιμένει να σε πάρει από το χέρι.
Ο Μάριος ως παιδαγωγός και η Φρόσω ως ψυχοθεραπεύτρια δοκιμάζουν τις αντοχές τους μέσα από δύο «αδύνατα», όπως έχει υποστηριχτεί, επαγγέλματα. Στα αδύνατα –σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες– επαγγέλματα, του δασκάλου, του δικαστή, του κυβερνήτη, ο Φρόιντ φρόντισε να προσθέσει και το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή. Χαρακτηρίζονται αδύνατα επαγγέλματα επειδή δεν μπορούμε να τα σχεδιάσουμε από πριν. Ανακαλύπτονται καθώς συνεχώς εξελίσσονται. Και μας φέρνουν αντιμέτωπους με διλήμματα, αδιέξοδα, αντιφάσεις, που οφείλουμε με θάρρος και γενναιότητα να λύσουμε.
Πώς να ασκείς το επάγγελμα του δασκάλου ή του ψυχοθεραπευτή, που είναι ταυτόχρονα και λειτούργημα και τέχνη, χωρίς να ενδίδεις στη θανατηφόρα βολή ενός εργαλειακού ορθολογισμού; Πώς να θεραπεύεις σεβόμενος την υποκειμενικότητα ενός πάσχοντος υποκειμένου;
Οι δυο συγγραφείς επιχειρούν να καταστήσουν το αδύνατο των επαγγελμάτων τους δυνατό, επικοινωνήσιμο, χρήσιμο, έξω από στείρους καθωσπρεπισμούς, έξω από τη θανατηφόρα βολή μιας πολιτικής ορθότητας. Εξοπλισμένοι με στέρεη γνώση και εμπειρία, λύνουν διλήμματα και προβλήματα που αγγίζουν τη ρίζα της ύπαρξής μας.
Βασισμένο σε αληθινές ιστορίες παιδιών, γονιών και εκπαιδευτικών, το βιβλίο αυτό δεν δίνει «συνταγές». Ανοίγει έναν χώρο ακρόασης, κατανόησης, συνύπαρξης. Απευθύνεται και στο άγνωστο παιδί που ο καθένας μας κουβαλά μέσα του, εκείνο που φοβήθηκε, ντράπηκε, αποκλείστηκε, σώπασε.
Οι θεματικές του δεν είναι «ζητήματα προς διαχείριση». Με τη ζωή και την ύπαρξή μας έχουν να κάνουν. Με τη δυσκολία μας να υπάρχουμε σε έναν κόσμο υπερσυνδεδεμένο και ταυτόχρονα μοναχικό. Για παράδειγμα, η διαφορετικότητα όχι ως ταμπέλα αλλά ως εμπειρία μοναξιάς ή δύναμης, το bullying ως κραυγή βοήθειας θυμάτων και θυτών, ο εθισμός στις οθόνες ως υποκατάστατο σχέσης, το πένθος, η απώλεια, η αποτυχία ως γεγονότα ζωής που αναζητούν το νόημά τους.
Σε έναν αποσυνδεδεμένο κόσμο, όπου όλα επικοινωνούν αλλά λίγα συναντιούνται, το «μαζί» αποκτά πολιτική, παιδαγωγική και ψυχική σημασία. Λειτουργεί ως αντίσταση στη βιασύνη της εποχής. Στη βιασύνη να εξηγήσουμε, να διαγνώσουμε, να κατηγοριοποιήσουμε χωρίς να θελήσουμε πρώτα να ακούσουμε, να αντέξουμε, να εκτεθούμε. Η παιδαγωγική ματιά του Μάριου, η ψυχοθεραπευτική της Φρόσως, ο συνεχής διάλογος μεταξύ τους, ανοίγουν έναν χώρο αναπνοής, οξυγόνου. Ένα αίτημα-επιθυμία: να μη χαθεί το παιδί μέσα στο σύμπτωμα ούτε ο γονιός μέσα στην ενοχή, ο εκπαιδευτικός μέσα στην άγνοια και την εξάντληση.
Ιδιαίτερα σήμερα, που η ζωή των παιδιών εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε φυσικούς και ψηφιακούς κόσμους, ένα τέτοιο έργο φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα: Ποιος βλέπει το παιδί; Ποιος και πώς το προσλαμβάνει; Όχι μόνο ποιος το επιβλέπει, ποιος το αξιολογεί ή ποιος το «εκπαιδεύει», αλλά ποιος το βλέπει ως υποκείμενο επιθυμίας, φόβου, ορίων. Η συζήτηση για τον εθισμό στις οθόνες, για παράδειγμα, δεν περιορίζεται στην τεχνολογία, αλλά αγγίζει το κενό σχέσης που η οθόνη έρχεται να καλύψει. Ακόμη, η αναφορά στην απώλεια, στην αποτυχία, έχει μια ιδιαίτερη σημασία σε έναν νηπενθή πολιτισμό που βάζει σε παρένθεση το πένθος προβάλλοντας διαρκώς την επιτυχία και την ευτυχία ως υποχρέωση.
Το βιβλίο υπενθυμίζει ότι τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς και εκπαιδευτικούς. Χρειάζονται ενήλικες που αναζητούν μέσα από τις δικές τους ρωγμές και ευαλωτότητες, μέσα από το παιδί που κάποτε υπήρξαν, να κατανοήσουν ένα γνωστό-άγνωστο παιδί. Η συγγραφή από δύο επαγγελματίες που συνομιλούν ισότιμα, σε έναν υπερσυνδεδεμένο και ταυτόχρονα μοναχικό κόσμο, λειτουργεί για τον αναγνώστη σαν πρόσκληση επανασύνδεσης με το παιδί που κάποτε υπήρξαμε.
Το κεφάλαιο για τη διαφορετικότητα μου έφερε στον νου ένα αλλοτινό γκράφιτι στο Πάντειο: Σε έναν κόσμο για λίγους δεν χωράει κανείς. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ένας παράξενα δυνατός τίτλος: Ξεκινά με το ελπιδοφόρο Μαζί. Στη συνέχεια όμως παρεισφρέει το απρόβλεπτο ό,τι κι αν συμβεί. Με άλλα λόγια, απέναντι στον φόβο του άγνωστου προβάλλει σαν φυλαχτό το Μαζί.
Ένα βιβλίο-δώρο για τον γονιό, τον δάσκαλο, τον ψυχοθεραπευτή, τον αναγνώστη, τον κάθε ενήλικα που ήταν κάποτε παιδί. Μια πρόταση για μια πιο υποψιασμένη, πιο σκεπτόμενη, πιο ευτυχισμένη ζωή: Mαζί ό,τι κι αν συμβεί.
Ανακαλύψτε το!



