Γράφουν οι Μάριος Μάζαρης (schoolmarius) και Φρόσω Φωτεινάκη στο βιβλίο τους Μαζί ό,τι κι αν συμβεί.
Κάποτε, όταν ένα παιδί έκλαιγε, το κοιτούσαμε στα μάτια. Του κρατούσαμε το χέρι, του μιλούσαμε ή απλώς μέναμε δίπλα του, χωρίς να πούμε τίποτα. Η σχέση ήταν το παυσίπονο και η επαφή μας, η αγκαλιά μας, το μαζί μας ήταν το φάρμακο.
Σήμερα, πολλά παιδιά, όταν κλαίνε, παίρνουν ένα τάμπλετ. Και πολλοί γονείς, όταν κουράζονται, στρέφονται στο κινητό τους. Βλέπεις, όλοι ψάχνουμε κάπου να κρυφτούμε, και η οθόνη είναι το καταφύγιο που δεν μας ρωτάει τίποτα, δεν μας ζητάει τίποτα, μας εγγυάται το ψυχικό μας μούδιασμα.
Οι οθόνες δεν είναι «το πρόβλημα» της σημερινής εποχής. Το πρόβλημα είναι πως λειτουργούν σαν το πιο αποτελεσματικό αναισθητικό του ψυχικού μας πόνου. Και αυτό το εύκολα διαθέσιμο καταφύγιο από τη μοναξιά, την αβεβαιότητα, την ανία, τις σχέσεις που μας πληγώνουν ή μας τρομάζουν, είναι το πραγματικό πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Αυτή η ολοένα αυξανόμενη αντίστασή μας στο τι νιώθουμε και η ολοένα μεγαλύτερη απόστασή μας από το να ρευστοποιήσουμε το συναίσθημά μας, να το μοιραστούμε, είναι η πραγματική απειλή.
Δεν πρόκειται για άλλη μια κριτική για το πόσες ώρες περνάμε στις οθόνες ή για το πόσο «καταστρέφεται η νέα γενιά». Είναι περισσότερο για να δούμε γιατί εθιζόμαστε, τι προσπαθούμε να αποφύγουμε, τι υποκαθιστούμε. Και κυρίως: πώς μπορούμε να ξαναβρούμε ο ένας τον άλλον, το μαζί μας, πίσω από την οθόνη;

(αποσπάσματα από αφηγήσεις παιδιών)
Γιατί να το σταματήσω το ίντερνετ, δεν κατάλαβα; Κι οι μεγάλοι με ένα κινητό στο χέρι είναι όλη μέρα. Η μάνα μου, όποτε είναι στο σπίτι, κάθεται και γράφει συνεχώς στο facebook. Προχθές ξεχάσαμε να πάμε αγγλικά επειδή ήμασταν κι οι δυο με τα κινητά μας στο σαλόνι. Μου αρέσει να βλέπω αστεία βίντεο στο TikTok, να βλέπω με ζώα που παθαίνουν διάφορα στο σπίτι και φάρσες που κάνουν παιδιά στους συμμαθητές τους. Κάποιες δοκίμασα να τις κάνω κι εγώ, πολύ γέλιο. Όχι, δεν έχω χρόνο να δω τους φίλους μου από κοντά, έχουν πολλές δραστηριότητες κι αυτοί και δεν είναι σπίτι τους, τα λέμε στο τσατ πιο πολύ. Στέλνουμε βίντεο ο ένας στον άλλον και γελάμε. Ναι, κάποια είναι πιο επικίνδυνα, με κάτι συμμορίες που πάνε και σπάνε πράγματα και κάνουν χαμό, είναι μάγκες. Χα! Φυσικά κι είναι ωραίο να είσαι μάγκας, τι να είσαι; Θύμα; Ο μπαμπάς μου μου λέει ότι κι εκείνος όταν ήταν μικρός τέτοια έκαναν. (Κώστας, 12 ετών)
Δεν γίνεται να μην έχεις κινητό, νιώθεις ότι είσαι έξω από τη ζωή. Όλοι έχουν. Καλά, ναι, ίσως δεν έχουν όλοι, αλλά αυτοί που δεν έχουν δεν με ενδιαφέρουν, δεν είναι φίλοι μου, δεν ξέρω τι κάνουν να γεμίσουν τη μέρα τους. Ίσως δεν κάνουν κάτι ενδιαφέρον και δεν έχουν τι να πουν, δεν ξέρω. Εγώ το χρησιμοποιώ λίγο, δυο τρεις ώρες τη μέρα, βάζουμε την κάμερα με τα κορίτσια ανοιχτή και μιλάμε όσο κάνουμε τα μαθήματά μας από το σπίτι, λέμε τις απαντήσεις η μία στην άλλη ή συζητάμε άσχετα. Είναι ωραία παρέα, δεν θέλω να το σταματήσω. Να τις δω από κοντά δεν ξέρω αν προλαβαίνω, βαριέμαι να βγαίνω κι από το σπίτι συνέχεια, έτσι τις βλέπω συνεχώς και είμαι και με τις πιτζάμες μου. Ναι, όταν μεγαλώσω κι άλλο θα το σταματήσω γιατί μπορεί να μην προλαβαίνω καν να είμαι στο σπίτι μου και να τρέχω όλη μέρα. (Μαίρη, 12 ετών)
Η μεγαλύτερη πρόκληση στην εποχή της οθόνης είναι το πώς θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας –και τους εαυτούς μας– με φροντίδα και υγεία ενώ θα χρησιμοποιούμε τις οθόνες. Η πιο δύσκολη απεξάρτηση είναι από την ουσία που δεν αποσύρεται· από το ερέθισμα που συναντάς ξανά και ξανά, εθιστικό και απολαυστικό, την ώρα που προσπαθείς να κρατήσεις την ισορροπία ανάμεσα στη χρήση και την κατάχρηση. Γιατί όταν το αντικείμενο της επιθυμίας παραμένει παρόν, η αποχή δεν μοιάζει με νίκη, αλλά με δοκιμασία – μια μάχη ανάμεσα στην αυτοσυντήρηση και στη λαχτάρα να παραδοθείς. Οι οθόνες ήρθαν και θα μείνουν στις ζωές μας, και ναι, έχουν πολλά να προσφέρουν και πολλά να στερήσουν. Ο ρόλος μας ως γονιών και εκπαιδευτικών όμως δεν είναι να ενοχοποιήσουμε την οθόνη, αλλά να της δώσουμε τον χώρο που της αναλογεί, τον χώρο που απομένει από μια ημέρα – μια ζωή που ζήσαμε, λειτουργήσαμε, εκτεθήκαμε. Ως ενήλικες δεν είμαστε εκεί για να θυμίζουμε τα κακά της οθόνης, αλλά για να δείχνουμε τα όμορφα της πραγματικής ζωής.
Σήμερα, όταν ακούμε «σύνδεση», σκεφτόμαστε αν δουλεύει το wi-fi, όχι αν δουλεύει η καρδιά. Η σύνδεσή μας είναι σχέση και χρόνος, δεν είναι μόνο να «είμαστε σε επαφή», αλλά να αντανακλούμε ο ένας στον άλλον. Να συνδημιουργούμε χώρο. Ναι, έχεις δίκιο, ίσως είναι δεμένα τα χέρια μας σήμερα. Γιατί μιλάμε χωρίς να κοιταζόμαστε, γιατί φοβόμαστε το βλέμμα του άλλου πάνω μας, γιατί δεν μπορούμε να το επεξεργαστούμε ή να το σβήσουμε, όπως μια ιστορία στο Instagram. Η λύση όμως δεν είναι να ψάξουμε καλύτερη σύνδεση στο διαδίκτυο, αλλά να ξεμπλέξουμε την ψυχή μας απ’ τις φοβίες και τη βιασύνη και να βρούμε εκείνα τα βλέμματα και τις κουβέντες που φτιάχνουν κόσμους. Ίσως η σύνδεση, τελικά, να είναι πιο πολύ αποδοχή παρά παρουσία. Να είναι το «είμαι εδώ, και δεν προσπαθώ να σε αλλάξω, αλλά σε βλέπω».

Σεν μας απειλούν οι οθόνες, μας απειλεί η άρνησή μας να νιώσουμε, ο φόβος να αισθανθούμε. Οι γονείς φοβούνται τον θυμό του παιδιού και δίνουν κινητό. Οι ενήλικες νιώθουμε άβολα να κλάψουμε στο μαξιλάρι μας, όπως κάναμε πριν αποκτήσουμε τα κινητά, και χωνόμαστε στην αρχική οθόνη. Αν επενδύσουμε στο να νιώθουμε μαζί, αν φοβόμαστε όλο και λιγότερο τα σκοτάδια μας, ίσως βρούμε μια νέα σύνδεση, κάπου ανάμεσα στις οθόνες, αλλά κυρίως κάπου ανάμεσα στα ειλικρινή μας συναισθήματα.
Ανακαλύψτε το βιβλίο! Ένα βιβλίο από έναν δάσκαλο και μια ψυχολόγο που μιλάει όχι μόνο για τις οθόνες, αλλά για τον σχολικό εκφοβισμό, το διαγενεακό τραύμα, τη σεξουαλική αγωγή και πολλά ακόμη. Ένα βιβλίο για τα πιο δύσκολά μας που μαζί μπορούμε να τα μετασχηματίσουμε από σκοτάδι σε φως.



