Ο εθισμός των παιδιών στις οθόνες δεν είναι «το πρόβλημα»

Ο εθισμός των παιδιών στις οθόνες δεν είναι «το πρόβλημα»

Γράφουν οι Μάριος Μάζαρης (schoolmarius) και Φρόσω Φωτεινάκη στο βιβλίο τους Μαζί ό,τι κι αν συμβεί

Αν αφήσεις το παιδί με μια οθόνη, θα εντυπωσιαστεί από τα χρώματα και το φως, και θα ξετρελαθεί με τις γρήγορες εικόνες.

Αν αφήσεις το παιδί με μια οθόνη, θα ξεχάσει αυτό που το στενοχωρούσε, και ίσως δεν θα μαλώνει πια με τον αδερφό του.

Αν αφήσεις το παιδί με μια οθόνη, θα υπάρχει απόλυτη ησυχία μέσα στο σπίτι και θα είναι όλα στη θέση τους, τακτοποιημένα.

Αν αφήσεις το παιδί με μια οθόνη, θα θυμώνει μόνο όταν του την κλείνεις, και θα χαίρεται όταν είναι νικητής στα παιχνίδια της.

Αν αφήσεις το παιδί με μια οθόνη, σιγά σιγά θα μιλάτε χωρίς να κοιτάζεστε, και χωρίς να ακούγεστε.

Αν αφήσεις το παιδί με μια οθόνη, θα μένετε στο ίδιο σπίτι, μα καθένας θα ζει αλλού – ο ένας στο σαλόνι, ο άλλος στο δωμάτιο, και κάποιος στην κουζίνα.

Αν αφήσεις το παιδί με μια οθόνη, ίσως είστε ευχαριστημένοι, αλλά μόνοι.

Κι αν δεν το αφήσεις μόνο με μια οθόνη;

Τότε, θα ζητήσει την αγκαλιά σου θα σου δείξει μια ζωγραφιά του, και ίσως σε ρωτήσει γιατί ο ουρανός αλλάζει χρώματα.

Θα σου δείξει τον θυμό του και τη θλίψη του, και θα σε πιέσει με τις απαιτήσεις του, και μέσα στη φασαρία και στην ένταση, για μια στιγμή θα νιώσεις αληθινά κοντά του.

Κάποτε, όταν ένα παιδί έκλαιγε, το κοιτούσαμε στα μάτια. Του κρατούσαμε το χέρι, του μιλούσαμε ή απλώς μέναμε δίπλα του, χωρίς να πούμε τίποτα. Η σχέση ήταν το παυσίπονο και η επαφή μας, η αγκαλιά μας, το μαζί μας ήταν το φάρμακο.

Σήμερα, πολλά παιδιά, όταν κλαίνε, παίρνουν ένα τάμπλετ. Και πολλοί γονείς, όταν κουράζονται, στρέφονται στο κινητό τους. Βλέπεις, όλοι ψάχνουμε κάπου να κρυφτούμε, και η οθόνη είναι το καταφύγιο που δεν μας ρωτάει τίποτα, δεν μας ζητάει τίποτα, μας εγγυάται το ψυχικό μας μούδιασμα.

Οι οθόνες δεν είναι «το πρόβλημα» της σημερινής εποχής. Το πρόβλημα είναι πως λειτουργούν σαν το πιο αποτελεσματικό αναισθητικό του ψυχικού μας πόνου. Και αυτό το εύκολα διαθέσιμο καταφύγιο από τη μοναξιά, την αβεβαιότητα, την ανία, τις σχέσεις που μας πληγώνουν ή μας τρομάζουν, είναι το πραγματικό πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Αυτή η ολοένα αυξανόμενη αντίστασή μας στο τι νιώθουμε και η ολοένα μεγαλύτερη απόστασή μας από το να ρευστοποιήσουμε το συναίσθημά μας, να το μοιραστούμε, είναι η πραγματική απειλή.

Ιστορία από το θεραπευτικό δωμάτιο

Ένας έφηβος που χάθηκε, για να βρει τον εαυτό του

Ο Δημήτρης ήταν δεκαέξι όταν οι γονείς του άρχισαν να παρατηρούν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν ήταν απλώς ότι περνούσε πολύ χρόνο στο δωμάτιό του, χαμένος στις πολλές οθόνες που είχε στη συλλογή του από την αρχή του δημοτικού· ήταν ότι έπαψε να έχει ενδιαφέρον για οτιδήποτε άλλο. Το σχολείο έπαψε να τον αφορά, το ίδιο και οι φίλοι του. Τα πρωινά έλεγε συχνά στους γονείς του πως ήταν άρρωστος, πως πονούσε η κοιλιά ή το κεφάλι του. Έτσι το σχολικό έφευγε για το επόμενο σπίτι και εκείνος έμενε στο δωμάτιό του, για να αναπληρώσει τον χαμένο ύπνο από ένα ακόμη βράδυ που είχε ξαγρυπνήσει παίζοντας το αγαπημένο του video game.

Η μητέρα του ήταν εκείνη που με κάλεσε για να ζητήσει υποστήριξη σε αυτό που ονόμασε «εθισμό στις οθόνες». Στην πρώτη μας συνάντηση με εκείνη και τον σύζυγό της, ένιωθα να τον δικαιολογεί διαρκώς. «Περνάει εφηβεία», έλεγε. «Είναι δύσκολα τα παιδιά σήμερα, όλα έτσι είναι, κολλημένα στις οθόνες, το ακούμε από πολλούς γονείς». Και βέβαια, κάτι που συχνά συμβαίνει, μετέθετε την ευθύνη στον πατέρα. «Λείπει συνέχεια, τι πρότυπο να έχει το παιδί; Αντί να καθίσει να του μιλήσει, ασχολείται με άλλα πράγματα». Ο πατέρας ήταν πιο αυστηρός, αλλά ήταν φανερό πως απέφευγε τις συγκρούσεις. Επίσης ήταν φανερό πως κι εκείνος κατηγορούσε για όλα τη μητέρα. «Εκείνη τον έχει κακομάθει, που του πάει το φαγητό στο δωμάτιο, τον δικαιολογεί στο σχολείο, φοβάται μη στενοχωρηθεί ο μονάκριβός της!»

Μπροστά στα μάτια μου, ένα ακόμη γονεϊκό ζευγάρι που ο ένας κατηγορεί τον άλλο, και κάπου στη μέση ένας έφηβος… αγκαλιά με τις οθόνες του. Ένας έφηβος που δυναμώνει τον ήχο του τάμπλετ για να μην «ακούει» όσα κάνουν θόρυβο μέσα στην οικογένειά του.

Από την πρώτη μας κιόλας συνάντηση, ένιωθα πως οι γονείς φοβούνταν αφάνταστα να δουν το πρόβλημα κατάματα, φοβούνταν να δουν το δικό τους πρόβλημα, τη δική τους δυσκολία. Ξέρετε, τα παιδιά που εθίζονται στις οθόνες, βρίσκουν κάποιες φορές εκεί το αναισθητικό από τον πόνο που τους δημιουργεί η ίδια η οικογένεια που τα περιβάλλει. Η συγκρουσιακή σχέση του ζευγαριού κρατούσε χρόνια, όπως και η απομόνωση του Δημήτρη, χρειάστηκε όμως να φτάσουν στο σημείο όπου ο Δημήτρης είχε εγκαταλείψει σχεδόν εντελώς το σχολείο και είχε αποκτήσει διαταραχές ύπνου, προκειμένου να ζητήσουν βοήθεια.

Το βράδυ πριν από το τηλεφώνημα της μητέρας, ο Δημήτρης είχε ένα πολύ έντονο ξέσπασμα, όταν πάνω σε έναν καβγά με αφορμή την απόσυρσή του από τα μαθήματα, οι γονείς τού αφαίρεσαν τις οθόνες. «Δεν έχει κανένα νόημα να ζω χωρίς οθόνες! Στο ίντερνετ τουλάχιστον υπάρχω», τους είπε.

Οι γονείς φοβούνται να δουν το παιδί τους σε κρίση, γιατί αυτό πυροδοτεί δικά τους ανεπεξέργαστα τραύματα, όπως τον φόβο της ευαλωτότητας, της σύγκρουσης, αλλά και της ουσια­στικής σύνδεσης. Όταν όμως επιλέξουν να μείνουν μαζί του στο δωμάτιο, να παραμείνουν παρόντες με ενσυναίσθηση και όχι με πανικό μπροστά στο ξέσπασμά του αντί να χτυπήσουν την πόρτα πίσω τους, τότε η θεραπεία ξεκινά.

Πράγματι, μέσα στις οικογενειακές συνεδρίες, αυτό που φαινόταν αρχικά ως πρόβλημα εθισμού, αποκαλύφθηκε σταδιακά ως ένα οικογενειακό σύστημα που είχε χάσει τη συναισθηματική του σύνδεση. Οι γονείς ήταν παρόντες πρακτικά, αλλά απουσίαζαν συναισθηματικά, τόσο ο ένας από τον άλλο όσο και από το ίδιο το παιδί. Ο Δημήτρης βρήκε καταφύγιο σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου ένιωθε ότι μπορούσε να ελέγχει κάτι, τον χαρακτήρα του στο παιχνίδι, τις επιλογές του σε έναν κόσμο πλασματικό, χωρίς όρια αλλά και χωρίς ευθύνες. Εκεί ένιωθε πως έχει χώρο, ορατότητα και αποδοχή, ένιωθε πως ανήκει.

Καθώς προχωρούσε η θεραπεία, οι γονείς άρχισαν να αναγνωρίζουν ότι και οι ίδιοι «κρύβονταν» όχι πίσω από τις οθόνες, αλλά πίσω από μια ασφυκτικά γεμάτη καθημερινότητα, που περίμενε το ξημέρωμα για να τους θυμίσει πως κάτι δεν πήγαινε καλά… εκείνη την ώρα που για μια ακόμη φορά το σχολικό τούς προσπερνούσε. Η μητέρα, πίσω από τη φροντίδα και τις δικαιολογίες, προσπαθούσε να απαλύνει την ενοχή της – την ενοχή μιας γυναίκας που δούλευε αδιάκοπα, στερημένη τόσο από τον χρόνο για τον εαυτό της όσο και από τον χρόνο να συναντηθεί ουσιαστικά με το παιδί της. Ο πατέρας, από την άλλη, απέφευγε τη σύγκρουση γιατί είχε μεγαλώσει σε ένα σπίτι με φωνές και κακοποίηση, όπου η φωνή του πατέρα ήταν νόμος, και τώρα εκείνος δεν ήξερε πώς να σχετιστεί με τον δικό του γιο.

Κοιτάξτε πόσα «δεν μπορώ» ήρθε να σκεπάσει μια οθόνη, μόνο που η αλήθεια μας, ευτυχώς, δεν μένει κρυμμένη. Με κάποιο σύμπτωμα θα δηλώσει παρούσα και θα μας προσκαλέσει να την κοιτάξουμε, να την αναλάβουμε, να τη φροντίσουμε.

Θυμάμαι σε εκείνη την πρώτη μας συνάντηση και τους δύο να μου λένε πως ήθελαν να δώσουν χώρο στο παιδί τους, να μην το πιέσουν. «Καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να θέλεις να είσαι κοντά στο παιδί σου, αλλά να μην ξέρεις πώς. Όταν του δώσατε “χώρο”, μήπως του δώσατε και το μήνυμα ότι δεν αντέχετε να δείτε τι πραγματικά σας συμβαίνει;» αναρωτήθηκα.

Η θεραπεία δεν ήταν εύκολη. Υπήρξαν φορές που όλοι ήθελαν να τα παρατήσουν. Αλλά μέσα από τον πόνο άρχισαν να μιλούν, να ακούνε πραγματικά ο ένας τον άλλον, να ανακαλύπτουν μαζί νέους, αυθεντικούς τρόπους σύνδεσης. Μαζί ανακαλύψαμε πως οι έφηβοι που έχουν χαθεί στις οθόνες δεν το κάνουν επειδή είναι τεμπέληδες ή αδιάφοροι, αλλά γιατί δεν έχουν βρει ακόμα έναν ασφαλή τρόπο να εκφράσουν αυτά που μέσα τους πονάνε. Η απόσυρσή τους είναι μια μορφή αυτοπροστασίας. Και αυτή η απόσυρση ήταν ο κοινός μηχανισμός επιβίωσης σε αυτό το οικογενειακό σύστημα. Είχαν όλοι τους αποσυρθεί.

Μαζί, μάθαμε την παρουσία και το μοίρασμα, την αυτονομία αλλά και τη σύνδεση, την προσπάθεια και την επανόρθωση. Ο Δημήτρης επέστρεψε στο σχολείο, μα το πιο σημαντικό, επέστρεψε στην κουζίνα, στο σαλόνι, στη βεράντα, στο σπίτι του. Το gaming υπάρχει ακόμη, αλλά δεν είναι πια το κέντρο του κόσμου του. Στο θεραπευτικό κλείσιμο μοιράστηκε μαζί μας πως «Δεν ήθελα να παίζω τόσο πολύ. Ήθελα να με δουν».

Και τον είδαν. Και μαζί με εκείνον, είδαν και τους εαυτούς τους. Άφησαν στην άκρη κάθε αναισθητικό του πόνου τους και τόλμησαν να μοιραστούν την καθημερινότητά τους, τόλμησαν να φανούν. Και όταν κάποιος φαίνεται πραγματικά, δεν χρειάζεται πια να κρύβεται. Και το σπίτι μπορεί ξανά να γίνει τόπος συνάντησης.

Δεν μας απειλούν οι οθόνες, μας απειλεί η άρνησή μας να νιώσουμε, ο φόβος να αισθανθούμε. Οι γονείς φοβούνται τον θυμό του παιδιού και δίνουν κινητό. Οι ενήλικες νιώθουμε άβολα να κλάψουμε στο μαξιλάρι μας, όπως κάναμε πριν αποκτήσουμε τα κινητά, και χωνόμαστε στην αρχική οθόνη. Αν επενδύσουμε στο να νιώθουμε μαζί, αν φοβόμαστε όλο και λιγότερο τα σκοτάδια μας, ίσως βρούμε μια νέα σύνδεση, κάπου ανάμεσα στις οθόνες, αλλά κυρίως κάπου ανάμεσα στα ειλικρινή μας συναισθήματα.

Ανακαλύψτε το βιβλίο! Ένα βιβλίο από έναν δάσκαλο και μια ψυχολόγο που μιλάει για τον σχολικό εκφοβισμό, το διαγενεακό τραύμα, τη σεξουαλική αγωγή, τις οθόνες και πολλά ακόμη. Μια άλλη δυνατότητα ακρόασης ενός παιδιού που μεγαλώνει σήμερα, αλλά και ενός παιδιού που κάποτε υπήρξαμε.

Prev
Φρόσω Φωτεινάκη,Μάριος Μάζαρης
Τιμή εκδότη 16.60€
Τιμή dioptra.gr 14.94€
Next
Σχετικά άρθρα
Prev
Μαζί ό,τι κι αν συμβεί: Ένα βιβλίο για τη δύναμη της σύνδεσης
Μαζί ό,τι κι αν συμβεί: Ένα βιβλίο για τη δύναμη της σύνδεσης

Γράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ψυχολόγος, συγγραφέας, πανεπιστημιακός

«Θα με αγαπάς ακόμα κι αν αποτύχω;» Πίσω από τον φόβο αποτυχίας των παιδιών
«Θα με αγαπάς ακόμα κι αν αποτύχω;» Πίσω από τον φόβο αποτυχίας των παιδιών

 Γράφουν οι Μάριος Μάζαρης (schoolmarius) και Φρόσω Φωτεινάκη στο βιβλίο τους Μαζί ό,τι κι αν συμβεί. 

Next