Γράφει η Σουζάνα Παπαφάγου κλινική και αναπτυξιακή ψυχολόγος MSc, ομαδική αναλύτρια και ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια
Μια φορά κι έναν καιρό, ένας άνθρωπος μπήκε σε ένα δωμάτιο και κάθισε απέναντι από κάποιον που είχε σπουδάσει για χρόνια πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος ψυχισμός. Ο ένας είχε τις θεωρίες, την έρευνα, την εκπαίδευση και την κλινική εμπειρία. Ο άλλος είχε κάτι που δεν διδάσκεται σε κανένα πανεπιστήμιο: είχε ζήσει τη ζωή για την οποία θα μιλούσαν.
Κάπως έτσι θα μπορούσε να αρχίζει και η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας.
Κάθε χρόνο, στις 10 Οκτωβρίου, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επιλέγει μια διαφορετική θεματική. Αν κοιτάξει κάποιος αυτές τις θεματικές στη σειρά, δεν θα δει απλώς μια συλλογή από ετήσια συνθήματα. Βλέπει τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει η ίδια η αντίληψή μας για την ψυχική υγεία. Τα τελευταία χρόνια μιλήσαμε για την πρόληψη της αυτοκτονίας, για την ανάγκη επένδυσης στην ψυχική υγεία, για φροντίδα προσβάσιμη σε όλους, για την ψυχική υγεία ως παγκόσμια προτεραιότητα και ως οικουμενικό ανθρώπινο δικαίωμα, για την εργασία και, το 2025, για τις ψυχικές και ψυχοκοινωνικές ανάγκες μέσα στις ανθρωπιστικές κρίσεις. Μια διαδρομή που μας μετακίνησε σταδιακά από τη διαταραχή στον άνθρωπο, από τη θεραπεία στην πρόληψη, από την πρόσβαση στα δικαιώματα και από το άτομο στις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει.

Το 2026 η συζήτηση προχωρά ακόμα περισσότερο. «Lived experiences heard: real voices, real change» – «Να ακουστούν οι βιωμένες εμπειρίες: αληθινές φωνές, πραγματική αλλαγή». Και η πιο σημαντική λέξη εδώ δεν είναι μόνο η «φωνή». Είναι η αλλαγή. Γιατί δεν αρκεί να προσκαλούμε ανθρώπους που έχουν ζήσει μια ψυχική δυσκολία να διηγηθούν την ιστορία τους και, μόλις τελειώσουν, να συνεχίζουμε να αποφασίζουμε για εκείνους όπως πριν. Η φετινή καμπάνια ζητά κάτι ουσιαστικότερο: η βιωμένη εμπειρία να αναγνωριστεί ως μορφή γνώσης. Οι άνθρωποι που αναζήτησαν υπηρεσίες ψυχικής υγείας, που βρήκαν μέσα σε αυτές στήριξη ή συνάντησαν εμπόδια, να συμμετέχουν στον σχεδιασμό, στην εφαρμογή και στην αξιολόγησή τους. Όχι ως συμβολικές παρουσίες, αλλά ως ισότιμοι συνομιλητές. Τίποτα για εμάς χωρίς εμάς.
Αυτό δεν μειώνει την αξία της επιστημονικής γνώσης, την κάνει πληρέστερη. Μπορώ ως ψυχολόγος να γνωρίζω τη θεωρία του πένθους, δεν γνωρίζω όμως πώς είναι να χάνεις τη δική σου μητέρα (μπορώ να γνωρίζω μόνο όσα αισθάνθηκα για τα δικά μου πένθη). Μπορώ να γνωρίζω τη φυσιολογία μιας κρίσης πανικού, δεν γνωρίζω πώς είναι να βρίσκεσαι μέσα στο δικό σου σώμα όταν η καρδιά επιταχύνει και αισθάνεσαι ότι κινδυνεύεις. Μπορώ να γνωρίζω τη θεωρία του δεσμού, δεν γνωρίζω πώς ήταν για ένα συγκεκριμένο παιδί να περιμένει έναν άνθρωπο που δεν ερχόταν. Η επιστημονική γνώση και η βιωμένη εμπειρία δεν ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Είναι ζωτικής σημασίας να συνομιλούν.
Και έχουμε ακόμη πολύ δρόμο: περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με κάποια ψυχική διαταραχή, ενώ κατά μέσο όρο οι χώρες διαθέτουν περίπου το 2% των προϋπολογισμών υγείας τους στην ψυχική υγεία. Μόνο περίπου μία στις δέκα χώρες έχει ολοκληρώσει τη μετάβαση από το ιδρυματικό στο κοινοτικό μοντέλο φροντίδας και περίπου οι μισές καταγεγραμμένες εισαγωγές σε ψυχιατρικά νοσοκομεία είναι ακούσιες. Γι’ αυτό η συμμετοχή των ανθρώπων με βιωμένη εμπειρία δεν είναι μια χειρονομία καλών προθέσεων. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας, αυτονομίας, επιλογής και ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας, πολύ οικεία σε όσους εργαζόμαστε μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο: υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν εξαιρετικά καλά πώς να λειτουργούν και πολύ λιγότερο τι συμβαίνει μέσα τους. Ξέρουν να εργάζονται, να φροντίζουν, να ανταποκρίνονται, να συνεχίζουν. Έχουν μάθει να διαβάζουν την παραμικρή αλλαγή στο πρόσωπο των άλλων, αλλά όχι τον δικό τους εσωτερικό κόσμο. Το παιδί που έμαθε ότι ο θυμός του δημιουργεί προβλήματα μπορεί να μεγαλώσει απομακρυσμένο από τον θυμό του. Εκείνο που έμαθε ότι οι ανάγκες του κουράζουν μπορεί να γίνει ένας ενήλικας που δυσκολεύεται ακόμα και να τις αναγνωρίσει. Και εκείνο που επιβραβεύτηκε επειδή ήταν «εύκολο», «ώριμο», «δυνατό» μπορεί να περάσει χρόνια φροντίζοντας τους πάντες χωρίς να αναρωτηθεί ποτέ τι χρειάζεται το ίδιο. Η ερώτηση τότε αλλάζει. Από το «τι δεν πάει καλά με εμένα;» περνάμε στο «τι μου συμβαίνει;».
Για να μπορεί ένας άνθρωπος να μείνει σε αυτή την ερώτηση, χρειάζεται ψυχικό χώρο. Έναν εσωτερικό τόπο όπου ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη, η επιθυμία και η ανάγκη δεν χρειάζεται να εξαφανιστούν μόλις εμφανιστούν. Εκεί ένα σφίξιμο στο σώμα μπορεί να αποκτήσει όνομα, πίσω από μια σιωπή μπορεί να αναγνωριστεί θυμός, πίσω από την υπερβολική αυτάρκεια ανάγκη, πίσω από ένα μόνιμο «δεν πειράζει» μια θλίψη που δεν βρήκε ποτέ χώρο. Η θεραπεία δεν δίνει στον άνθρωπο μια έτοιμη αφήγηση για τον εαυτό του, δημιουργεί τις συνθήκες ώστε να μπορεί ο ίδιος να πλησιάσει την εμπειρία του, να την αναγνωρίσει και να της δώσει νόημα.
Ο θεραπευτής βρίσκεται εκεί με τη γνώση και την ευθύνη του, αλλά και ως παρών μάρτυρας. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει καλύτερα από τον άνθρωπο ποιος είναι ούτε να προλαβαίνει όσα εκείνος αισθάνεται με μια ερμηνεία. Χρειάζεται να μπορεί να σταθεί δίπλα σε ό,τι για χρόνια δεν είχε χώρο να υπάρξει, χωρίς να τρομάξει, να το μικρύνει ή να βιαστεί να το κλείσει. Να βοηθήσει την εμπειρία να αποκτήσει λέξεις και να την επιστρέψει με φροντίδα και προστασία, χωρίς να αφαιρεί από τον άλλον την κυριότητά της. Και μέσα σε αυτή τη σχέση ο άνθρωπος αρχίζει να ακούει και ο ίδιος τον εαυτό του, όχι τη φωνή του θεραπευτή μέσα του αλλά τη δική του.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της θεραπείας: ο ψυχικός χώρος που στην αρχή δημιουργείται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους να μπορεί σταδιακά να γίνει εσωτερικός. Να μη χρειάζεται κάποιος να του λέει τι αισθάνεται, αλλά να μπορεί να αναγνωρίζει ο ίδιος πότε φοβάται, πότε θυμώνει, πότε παραβιάζεται, πότε χρειάζεται, πότε θέλει να μείνει και πότε φοβάται να φύγει.
Και εδώ η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας συναντά κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια επετειακή καμπάνια. Σε επίπεδο κοινωνίας μάς ζητά να σταματήσουμε να σχεδιάζουμε συστήματα ψυχικής υγείας μόνο για τους ανθρώπους και να αρχίσουμε να τα σχεδιάζουμε μαζί τους. Σε επίπεδο θεραπευτικής σχέσης μάς θυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι αντικείμενο της γνώσης μας, αλλά ενεργός συμμέτοχος στη διαδικασία. Και σε προσωπικό επίπεδο μας φέρνει μπροστά σε ένα ερώτημα που κανείς άλλος δεν μπορεί να απαντήσει για λογαριασμό μας: «τι συμβαίνει μέσα μου;».
Ψυχική υγεία δεν σημαίνει να είμαστε πάντοτε καλά. Σημαίνει να υπάρχει αρκετός χώρος μέσα μας για όσα αισθανόμαστε χωρίς να γίνονται ολόκληρη η ταυτότητά μας. Να μπορούμε να τα αναγνωρίζουμε, να τα σκεφτόμαστε, να ζητάμε βοήθεια και να παραμένουμε σε σχέση με τον εαυτό μας και τους άλλους.
«Αληθινές φωνές, πραγματική αλλαγή», λέει η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Και η πραγματική αλλαγή βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη στιγμή που παύουμε να αντιμετωπίζουμε τον άνθρωπο ως κάποιον για τον οποίο γνωρίζουμε, αποφασίζουμε και ερμηνεύουμε και τον αναγνωρίζουμε ως συμμέτοχο στη φροντίδα και στη ζωή του.
Η γνώση του ειδικού είναι πολύτιμη, δεν είναι όμως ολόκληρη η γνώση. Χρειάζεται δίπλα της η εμπειρία εκείνου που έζησε, άντεξε, αναζήτησε βοήθεια, άλλαξε και γνωρίζει από μέσα όσα εμείς μπορούμε να γνωρίζουμε μόνο απ’ έξω.
Και αυτό είναι ένας διαφορετικός τρόπος να στεκόμαστε απέναντι στην ψυχική υγεία και στον άνθρωπο: όχι γνωρίζοντας για εκείνον, αλλά δημιουργώντας τον ψυχικό χώρο ώστε να βουτήξει μέσα του και να βρει τη δική του φωνή.


