Γράφει η Σουζάνα Παπαφάγου κλινική και αναπτυξιακή ψυχολόγος MSc, ομαδική αναλύτρια και ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεύτρια
Τις μέρες της Μεγάλης εβδομάδας, μέσα στη σιωπή και τη βαρύτητα αυτής της γιορτινής κατά τα άλλα διαδρομής, διάβασα το βιβλίο «Καθρέφτης – Η αλήθεια χωρίς φίλτρα» του Χάρη Πολίτη.
Δεν έτυχε. Υπάρχουν περίοδοι που η αλήθεια δεν λέγεται απλώς· απαιτείται. Και αυτές οι μέρες -οι μέρες του Πάσχα- κουβαλούν ακριβώς αυτό: μια πορεία από το σκοτάδι στο φως, από την άρνηση στη συνάντηση, από την αποφυγή στην αποκάλυψη. Τι πιο ταιριαστό λοιπόν για να διαβάσω;
Γιατί, αν το δεις βαθιά, η πορεία του Χριστού δεν είναι μόνο μια θρησκευτική αφήγηση. Είναι μια υπαρξιακή διαδρομή αλήθειας. Μια στάση απέναντι στον εαυτό και στον κόσμο όπου τίποτα δεν συγκαλύπτεται. Όπου η αλήθεια δεν είναι άνετη, δεν είναι «όμορφη», αλλά είναι ο μόνος δρόμος προς την Ανάσταση. Και αυτή η διαδρομή δεν γίνεται μπροστά στο πλήθος. Γίνεται πρώτα σε έναν εσωτερικό χώρο -σε ένα δικό σου «καμαρίνι».
Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή:
Η σχέση μας με τη ζωή, με τον κόσμο και με την κοινωνία δεν ξεκινά εκεί έξω. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, πολύ πιο σιωπηλά. Ξεκινά από το πρώτο καθρέφτισμα μέσα από τους γονείς. Το παιδί δεν συναντά τον εαυτό του απευθείας. Δεν έχει ακόμη δικό του βλέμμα για να δει. Δανείζεται το βλέμμα του άλλου. Μέσα από το πώς το κοιτάνε, το αντέχουν, το ονομάζουν ή το αποσύρουν, αρχίζει να σχηματίζεται η πρώτη του εικόνα. Όχι ως αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως εμπειρία σχέσης. Αυτή η εικόνα εσωτερικεύεται και γίνεται σιγά -σιγά ο εσωτερικός του καθρέφτης. Ο τρόπος που θα σταθεί αργότερα απέναντι στη ζωή, στους άλλους και στον ίδιο του τον εαυτό- έχει ήδη γραφτεί εκεί, σε αυτή την πρώτη, αθέατη σκηνή.
Και κάποια στιγμή, έρχεται η ώρα που κάθεσαι εσύ μπροστά στον καθρέφτη. Όχι πια μέσα από τους άλλους, αλλά απέναντι. Και εκεί ξεκινά κάτι ουσιαστικό. Όχι μια απλή παρατήρηση, αλλά μια διαδικασία αποκάλυψης. Σαν να βρίσκεσαι σε ένα καμαρίνι θεάτρου, λίγο πριν βγεις στη σκηνή. Έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου δεν είσαι ούτε αυτό που ήσουν μόνος σου ούτε αυτό που θα δείξεις στους άλλους. Εκεί, σε αυτή τη μικρή παύση, συμβαίνουν οι τελευταίες πρόβες.
Ο καθρέφτης στο καμαρίνι δεν είναι ουδέτερος. Περιβάλλεται από εκείνες τις έντονες λάμπες που δεν χαρίζουν τίποτα. Το φως τους είναι άμεσο, διαπεραστικό, δεν αφήνει περιθώρια για σκιές. Δεν στέκεσαι μπροστά του για να δεις αν «φαίνεσαι καλά». Στέκεσαι για να δεις τι υπάρχει. Και γύρω του, τα λαμπάκια. Το καθένα ανάβει ξεχωριστά, σχεδόν τελετουργικά. Μία λέξη κάθε φορά. Μία αλήθεια κάθε φορά. Μία πλευρά που μέχρι τώρα έμενε στο ημίφως.
Οι λέξεις αυτού του βιβλίου λειτουργούν έτσι. Δεν περιγράφουν απλώς· φωτίζουν. Κάθε λέξη είναι ένα φως πάνω στον καθρέφτη. Στην αρχή, σχεδόν αντανακλαστικά, πλησιάζεις και φυσάς. Θολώνεις την επιφάνεια. Δημιουργείς μια μικρή απόσταση από αυτό που βλέπεις. Είναι μια κίνηση βαθιά ανθρώπινη. Γιατί η καθαρότητα δεν είναι πάντα ανακουφιστική. Έχει βάρος. Σε φέρνει αντιμέτωπο με ό,τι δεν μπορείς πια να αποδώσεις σε κανέναν άλλον.
Κι όμως, τα λαμπάκια συνεχίζουν να ανάβουν. Ένα -ένα. Και όσο ανάβουν, τόσο στενεύει ο χώρος του κρυψίματος. Δεν μπορείς πια να κρατήσεις μόνο ό,τι σε βολεύει. Δεν μπορείς να μείνεις στην εκδοχή του εαυτού που έμαθες να παρουσιάζεις. Οι λέξεις μετακινούνται από το χαρτί μέσα σου. Γίνονται εσωτερικός διάλογος. Δεν διαβάζεις πια ένα βιβλίο· διαβάζεις τον εαυτό σου μέσα από αυτό.
Και εκεί εμφανίζεται η βαθιά αντίφαση. Για να μπορέσεις να βγεις στη σκηνή της ζωής σου, πρέπει πρώτα να έχεις σταθεί εδώ, μπροστά σε αυτόν τον καθρέφτη, χωρίς κοινό. Όσο πιο καθαρά βλέπεις, τόσο λιγότερο έχεις ανάγκη να υποδυθείς. Η ετοιμότητα δεν έρχεται από την τελειότητα. Έρχεται από την επίγνωση. Από το να μπορείς να αντέξεις αυτό που βλέπεις χωρίς να το παραμορφώνεις.

Κάθε φορά που πλησιάζει η «σκηνή» -μια σχέση, μια απόφαση, μια έκθεση στον κόσμο- επιστρέφεις, έστω για μια στιγμή, σε αυτό το καμαρίνι. Και εκεί γεννιέται ένα ερώτημα που δεν είναι καθόλου απλό: η κοινωνία περιμένει κάτι από εσένα ή είσαι εσύ που περιμένεις από τον εαυτό σου να φανεί; Να εμφανιστεί καθαρά, χωρίς φίλτρα, χωρίς να κρύβεται πίσω από τους ρόλους που κάποτε χρειάστηκε να πάρει για να αντέξει;
Το να μοιράζεται ένας άνθρωπος την αλήθεια του μέσα από τις λέξεις είναι μια πράξη που κουβαλά αυτή τη διαδρομή. Δεν είναι εξομολόγηση. Είναι ευθύνη. Σημαίνει ότι έχει ήδη σταθεί μπροστά στον δικό του καθρέφτη, ότι έχει αντέξει το φως, ότι έχει δει χωρίς να αποστρέψει το βλέμμα. Και όταν το κάνει αυτό, οι λέξεις του αποκτούν βάρος. Δεν είναι ιδέες. Είναι αποτυπώματα εμπειρίας. Και γι’ αυτό μπορούν να λειτουργήσουν ως καθρέφτης και για τον άλλον.
Καθώς προχωράς, αντιλαμβάνεσαι ότι το μεγάλωμα δεν είναι μια ευθεία πορεία. Είναι μια συνεχής διαδικασία απογύμνωσης και επανασύνθεσης. Κάθε λέξη σε φέρνει πιο κοντά σε αυτό που είσαι, πέρα από αυτό που έμαθες να δείχνεις. Και κάπου εκεί, χωρίς θόρυβο, χωρίς δραματικές αλλαγές, συμβαίνει το ουσιαστικό: αρχίζεις να βλέπεις.
Όταν ανάψει και το τελευταίο λαμπάκι, δεν υπάρχει πια σκοτάδι να κρυφτείς. Ο καθρέφτης δεν αλλάζει. Εσύ αλλάζεις τον τρόπο που στέκεσαι απέναντί του. Δεν ψάχνεις πια να διορθώσεις την εικόνα. Την αναγνωρίζεις. Και μέσα σε αυτή την αναγνώριση, ενηλικιώνεσαι.
Γιατί ενηλικίωση δεν είναι η ηλικία. Είναι η στιγμή που αναλαμβάνεις την ευθύνη του βλέμματος που στρέφεις στον εαυτό σου. Που ξεχωρίζεις τι είναι δικό σου και τι υπήρξε δανεικό. Που σταματάς να περιμένεις από τους άλλους να σε ορίσουν.
Μόνο μέσα από αυτή την αλήθεια μπορείς να δεις το είδωλό σου καθαρά. Και μόνο τότε η ζωή παύει να είναι μια διαρκής προσαρμογή και γίνεται εμπειρία που σου ανήκει. Η απόλαυση δεν έρχεται επειδή όλα είναι τέλεια, αλλά επειδή εσύ είσαι παρών.
Ανακαλύψτε το βιβλίο!



