Η λέσχη ανάγνωσης των εκδόσεων Διόπτρα ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025 με την επιθυμία να έρθουμε σε επαφή με σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα ποικίλου περιεχομένου. Το βιβλίο για τον Ιανουάριο 2026 ήταν Η Ασήμαντη Ιστορία του Δημόνικου Παχτατζή του Γιάννη Δενδρινού, μια ρεαλιστική νουβέλα για τις κοινωνικές –και τις συνεπαγόμενες προσωπικές– κρίσεις, την αξιοπρέπεια, τον θυμό, τη μνησικακία, τα επιτρεπόμενα όρια δράσης του ατόμου προκειμένου να επιβιώσει, όλα δοσμένα με ειρωνεία και λεπτό χιούμορ. Με αφορμή τη συζήτησή μας, επικοινωνήσαμε με τον συγγραφέα, ο οποίος απάντησε με χαρά στις ερωτήσεις μας.
Για σήμερα, λοιπόν, η Διόπτρα διαβάζει Διόπτρα:
Στην τελευταία νουβέλα σας Η Ασήμαντη Ιστορία του Δημόνικου Παχτατζή παρακολουθούμε τα δύο βασικά πρόσωπα της ιστορίας, τον Δημόνικο Παχτατζή και τον Μάρκο Αδάμη, ανθρώπους από διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, να μετέρχονται διαφορετικά μέσα προκειμένου να φτάσουν στον επιθυμητό στόχο. Αποτελούν εκπροσώπους και διαφορετικών γενεών εκφράζοντάς τες ή αποτελούν μεμονωμένα παραδείγματα;
Αν και δεν αποτελούν ακριβώς αντιπροσωπευτικούς τύπους των δύο γενεών, οφείλω να πω ότι η επινόησή τους είχε σκοπό να αποτυπώσει τα μέσα και τον τρόπο απόκρισης ανθρώπων που ενώ ανήκαν σε διαφορετικές εποχές (και γενιές), αντιμετώπισαν εντούτοις την ίδια ή τουλάχιστον παρόμοια πρόκληση: να δοκιμάσουν τα όρια του εαυτού τους, προσαρμόζοντας τη συμπεριφορά τους σε ένα περιβάλλον ισχυρού κλονισμού των βεβαιοτήτων τους. Παρότι κάθε εποχή αντανακλάται στις ανθρώπινες σχέσεις, τις συμπεριφορές και στους τρόπους που αξιοποιεί κανείς για να «πετύχει», δεν θα έλεγα ωστόσο ότι είναι σκόπιμο να εξάγει κανείς γενικευμένα συμπεράσματα από τούτη εδώ την ιστορία. Είναι απλώς μια ιστορία, υπάρχουν αμέτρητες άλλες στην πραγματική ζωή.
Ποιος από τους δύο χαρακτήρες σάς δυσκόλεψε περισσότερο ως προς τη δόμηση της πλοκής του; Ο οικονομικός μετανάστης της δεκαετίας του ’60 ή ο απελπισμένος αστός της δεκαετίας του 2010;
Όπως θα μπορούσε κανείς εύλογα να υποθέσει, η πρώτη περίπτωση (οικονομικός μετανάστης της δεκαετίας του ’60) είχε περισσότερες δυσκολίες τόσο στην αρχική σκιαγράφηση όσο και στην εξέλιξη του χαρακτήρα. Και είναι λογικό, καθώς η έλλειψη βιωμένης εμπειρίας δυσχεραίνει την αποτύπωση κάποιων λεπτών αποχρώσεων χαρακτήρα και συμπεριφορών, αναγκαίων και ικανών να προσδώσουν αληθοφάνεια και πειστικότητα. Αντίθετα, ο χαρακτήρας του Μάρκου Αδάμη μου ήταν πιο οικείος, ίσως και λόγω του ότι αναγνώρισα σε αυτόν μικρά ψήγματα της δικής μου σκέψης.
Στο βιβλίο σας το γυναικείο στοιχείο διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο, καθώς οι γυναίκες τίθενται στην περιφέρεια της δράσης των δύο πρωταγωνιστών. Ήταν συνειδητή επιλογή; Η αντρική ταυτότητα των δύο πρωταγωνιστών συνδέεται κάπως με τα ζητήματα που εξετάζετε;
Δεν ήταν ακριβώς συνειδητή επιλογή, ήταν όμως κατά κάποιο τρόπο αυθόρμητη. Κατά βάση, για λόγους οικειότητας, ίσως και ευκολίας. Παρότι, γενικότερα, η διάπλαση κάθε χαρακτήρα, ανεξαρτήτως φύλου, έχει να κάνει κυρίως με την αφηγηματική ικανότητα, η απόδοση π.χ. κάποιων λεπταίσθητων αποχρώσεων ενός γυναικείου χαρακτήρα θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει αποτελεσματικά από μια (καλή) γυναίκα συγγραφέα («ζούμε και γράφουμε και με τα σώματά μας», είχε δηλώσει σε κάποια συνέντευξή της η Αμάντα Μιχαλοπούλου).
Και για να απαντήσω και στη δεύτερη ερώτησή σας, πράγματι η αντρική ταυτότητα των δύο πρωταγωνιστών συνδέεται με τα ζητήματα που θίγω στη νουβέλα (πώς αντιδρά κανείς σε μια μεγάλη, ατομική ή/και συλλογική, κρίση, πώς κατακτιέται η επιτυχία, κ.λπ.). Εάν χειριζόμουν έναν κεντρικό γυναικείο χαρακτήρα, πιθανότατα αυτός θα λάμβανε πιο «σταθμισμένες» και ενδεχομένως περισσότερο σύνθετες αποφάσεις. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι, κάπως έτσι, απέφυγα και τα «δύσκολα»!
Το ύφος σας χαρακτηρίζεται από πυκνότητα, χωρίς ωστόσο να χάνονται οι λυρικές περιγραφές. Ποιος υπήρξε ο τρόπος δημιουργίας ή επεξεργασίας του κειμένου σας προκειμένου να επιτύχετε αυτό το αποτέλεσμα;
Πολλές φορές το ίδιο το θέμα ή η δύναμη κάποιων χαρακτήρων προσδιορίζουν και τον τρόπο που θα δουλέψει κανείς. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για το συγκεκριμένο κείμενο. Για να είμαι ειλικρινής, ξεκίνησα με μια πληθωρική πρώτη γραφή, η οποία ενδεχομένως σε κάποια σημεία είχε τα χαρακτηριστικά αυτόματης γραφής, αλλά πάνω σε ένα γενικό πλάνο πλοκής που είχα εξαρχής προσδιορίσει.
Ακολούθως, στη διαδικασία της δεύτερης (ή και τρίτης ακόμα) γραφής προσπάθησα να «πετάξω» το περιττό και τις λυρικές ακρότητες και να εμπεδώσω ένα σταθερό ύφος, ώστε να κατακτήσει το κείμενο έναν ρυθμό και μια δεμένη πλοκή. Και καταλήγουμε στη διόρθωση (τελική γραφή), στην πιο όμορφη και δημιουργική κατ’ εμέ φάση της συγγραφής, εκεί όπου το κείμενο με την έμφαση στη λεπτομέρεια και την ακρίβεια της λέξης αποκτά την ανάσα του συγγραφέα και μεταμορφώνεται σε δημιουργικό έργο.
Στο τελευταίο κεφάλαιο της νουβέλας, παρατίθεται ένα γράμμα σε α΄ πρόσωπο, «σπάζοντας» το προσωπείο του αντικειμενικού αφηγητή που χτίζατε μέχρι εκείνο το σημείο. Πληροφορούμενο, πλέον, όλες τις προεκτάσεις της ιστορίας διά στόματος ενός εκ των πρωταγωνιστών, θεωρείτε πως το αναγνωστικό κοινό θα κληθεί να δικαιολογήσει όσα διαδραματίστηκαν ή, αντιθέτως, προσφέρετε μια διαφορετική ευκαιρία κριτικής;
Το τελευταίο κεφάλαιο (γράμμα/«εξομολόγηση» του Μάρκου Αδάμη προς τη μητέρα του) υπηρετεί ουσιαστικά την ανάγκη να ιχνηλατηθεί με μεγαλύτερη καθαρότητα μια συμπεριφορά μη αναμενόμενη σε σχέση με τον χαρακτήρα που είχε προηγουμένως σκιαγραφηθεί. Εξάλλου, σε όλο το κείμενο δεν είχε ακουστεί η φωνή του Μάρκου Αδάμη, παρά μόνο μέσα από τις περιγραφές του τριτοπρόσωπου αφηγητή και τους σύντομους διαλόγους που είχε με άλλα πρόσωπα.
Ανακαλύψτε τα βιβλία του συγγραφέα από τις εκδόσεις μας!




