Δεσμεύεσαι για αλλαγή. Λες στον εαυτό σου «θα συμπεριφέρομαι αλλιώς από εδώ και πέρα» και, πριν καλά καλά το καταλάβεις, βρίσκεσαι να λες:
«Οχ… μου ξέφυγε πάλι!».
«Το ξέρω, αλλά δεν το εννοούσα έτσι».
«Αντέδρασα πάλι υπερβολικά».
«Πάγωσα ξανά. Δεν το ήθελα».
«Λειτούργησα για πολλοστή φορά εν θερμώ».
Οι φράσεις αυτές έχουν σίγουρα ξεφύγει από τα χείλη σου με αίσθημα μεταμέλειας και –ίσως– ντροπής για τη συμπεριφορά σου. Επιχειρούν να εξηγήσουν γιατί, ενώ πολλές φορές ξέρουμε το σωστό, το δίκαιο, το αγαθό, μοιάζει να μην έχουμε κανέναν έλεγχο πάνω στον ίδιο μας τον εαυτό, ενώ προσπαθούμε να το εφαρμόσουμε.
Και συνήθως ακολουθεί η ίδια απορία: Αφού το ξέρω… γιατί συνεχίζω να το κάνω;
Ξέρεις ότι δεν ήθελες να υψώσεις τη φωνή σου. Ξέρεις ότι μπορούσες να συζητήσεις περισσότερο.
Ξέρεις ότι ήσουν υπερβολικός.
Κι όμως συνέβη.
Αυτό που συνέβη δεν ήταν έλλειψη κατανόησης. Ήταν αντίδραση.
Αντίδραση και Ανταπόκριση
Υπάρχουν δύο λέξεις που μοιάζουν ταυτόσημες:
Αντίδραση και ανταπόκριση.
Στην πραγματικότητα, όμως, είναι δυο διαφορετικές έννοιες.
Η αντίδραση είναι αυτόματη. Εμφανίζεται όταν το νευρικό σύστημα ενεργοποιείται πριν προλάβει να συμμετάσχει η συνειδητή επιλογή. Βασίζεται σε προηγούμενη μάθηση – σε καταστάσεις όπου κάποτε χρειάστηκε να προστατευτείς γρήγορα.
Το σώμα αναγνωρίζει κάτι ως πιθανή απειλή και κινητοποιείται άμεσα: ένταση, άμυνα, επίθεση, απομάκρυνση ή πάγωμα. Σε εκείνη τη στιγμή δεν αποφασίζεις πραγματικά. Το σώμα θυμάται για σένα.
Η αντίδραση δεν είναι αδυναμία ούτε λάθος. Είναι μηχανισμός επιβίωσης.
Η ανταπόκριση, αντίθετα, εμφανίζεται όταν υπάρχει επαρκής ρύθμιση ώστε να δημιουργηθεί ένας μικρός χώρος ανάμεσα στο ερέθισμα και στη συμπεριφορά. Ένα στιγμιαίο διάστημα στο οποίο το παρόν μπορεί να αξιολογηθεί πριν ενεργοποιηθεί το παρελθόν.

Η δύναμη της συνήθειας
«Πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούι του», λέει ο σοφός λαός. Και αυτό δεν είναι δύσκολο να το επιβεβαιώσεις αν ρίξεις μια ματιά μέσα σου και γύρω σου.
Τις περισσότερες φορές, δεν είναι η άγνοια που μας εμποδίζει, αλλά η δυσκολία μας να εγκαταλείψουμε μια συνήθεια. Μια συνήθεια που, όσο κι αν μας βλάπτει, μας έχει συντροφεύσει για χρόνια – τόσο που, αριστοτελικά μιλώντας, έχει γίνει δεύτερη φύση μας.
Και έτσι βαλτώνουμε.
Βαφτίζουμε το κρέας ψάρι. Το ψέμα αλήθεια.
Δεν μένουμε στο ίδιο σημείο επειδή δεν θέλουμε να εξελιχθούμε. Μένουμε επειδή το σύστημά μας ξέρει να αντιστέκεται στις αλλαγές, καθώς επιζητούν από εμάς έργο, κόπο και συνειδητότητα. Η αντίδραση είναι μηχανική, σε αντίθεση με την ανταπόκριση που ζητά παρουσία και ευθύνη. Και έτσι καταφεύγουμε σ’ έναν φαινομενικά αθώο μηχανισμό που δεν είναι άλλος από την αυταπάτη.
Οι ιστορίες που λέμε για να «κοιμηθούμε»
Η αντίσταση στην αλλαγή δεν είναι αφηρημένη. Δεν ζει στη θεωρία.
Ζει σε συγκεκριμένες στιγμές. Σε μικρές, καθημερινές επιλογές που μοιάζουν ασήμαντες και δεν είναι. Τη γνωρίζεις ήδη. Έχεις ακούσει τη φωνή της.
Είναι βράδυ. Στο σπίτι επικρατεί ησυχία. Η μόνη εστία φωτός είναι η οθόνη του κινητού που κρατάς στο χέρι σου.
Νιώθεις κουρασμένος και ξέρεις ότι χρειάζεσαι ύπνο. Δεν κοιμάσαι όμως. Το μυαλό σου συνεχίζει.
«Λίγο ακόμα».
Λίγο ακόμα σκρολάρισμα. Λίγο ακόμα δουλειά. Λίγο ακόμα αντοχή.
«Αύριο θα ξεκουραστώ». «Αύριο θα τα έχω τελειώσει όλα στην ώρα τους». «Αύριο θα βάλω όρια».
«Αύριο θα είναι αλλιώς».
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε δύο κινήσεις του αντίχειρα, έρχεται μια σκέψη. Ξεκάθαρη και αληθινή: «Αυτό κάνω κάθε βράδυ και γι’ αυτό εξαντλούμαι».
Αλλά την προσπερνάς – βολικά.
Αυτό είναι το σημείο της ρομαντικής αυταπάτης.
Αυτό το μικρό προσπέρασμα που σε κρατάει «κολλημένο».
Γιατί, αν μείνεις σε αυτή τη σκέψη, θα πρέπει να παραδεχτείς ότι ο τρόπος που λειτουργείς δεν σε φροντίζει. Και αν το παραδεχτείς, θα πρέπει να κάνεις κάτι. Κι έτσι υφαίνεις το προσωπικό σου παραμύθι για να μπορέσεις να ζήσεις με τις επιλογές σου και τις συνέπειές τους
«Υπερτιμημένος ο ύπνος! Σύμφωνα με μια έρευνα, και 5 ώρες καθημερινού ύπνου αρκούν». «Όλη μέρα εργαζόμουν σήμερα. Δεν θέλω να πάω κατευθείαν στο κρεβάτι».
«Εντάξει, μπορεί να έχω ασταθή ρουτίνα ύπνου, αλλά προσέχω τη διατροφή μου. Δεν μπορώ να τα κάνω κι όλα σωστά!» «Μια ζωή την έχουμε».
Υποβαθμίζεις τη σημασία της συνήθειας ή της συμπεριφοράς σου, αναζητάς υπόβαθρο για να τη στηρίξεις, επιστρατεύεις αντισταθμιστικά επιχειρήματα, αποζητώντας εξιλέωση και, πολύ συχνά, την ντύνεις με έναν αθώο, σχεδόν ρομαντικό μανδύα. Όχι γιατί αγνοείς τι συμβαίνει, αλλά γιατί έτσι καταφέρνεις να προσπεράσεις μια δύσκολη –κι όμως αναγκαία– συνειδητοποίηση.

Η αναγνώριση από μόνη της δεν κινεί τίποτα. Μπορεί να ξέρεις ακριβώς τι κάνεις, γιατί το κάνεις, και από πότε – και να συνεχίζεις να το κάνεις.
Γιατί η γνώση φωτίζει. Δεν μετακινεί. Όμως μην απογοητεύεσαι: Η αναγνώριση είναι το ήμισυ του παντός.
Τώρα, αυτό που μετακινεί ακόμα πιο πέρα είναι κάτι πιο λεπτό.
Δεν είναι απόφαση. Δεν είναι θέληση. Δεν είναι ένα «από αύριο».
Είναι μια μικρή, σχεδόν αθόρυβη στροφή στον τρόπο που βλέπεις, όχι τον εαυτό σου, σαν εξωτερικός παρατηρητής, αλλά στον τρόπο που βλέπεις πώς το σύστημά σου βιώνει μια νέα, μη οικεία εμπειρία και προσαρμόζεται σ’ αυτή, από μέσα προς τα έξω.
Αυτό είναι η «πυξίδα μετατόπισης».
Η πυξίδα μετατόπισης
Η αλλαγή δεν έρχεται με πυροτεχνήματα, κρότο και δραματική διαφοροποίηση, ούτε συντελείται εν μία νυκτί. Έρχεται όταν αλλάζεις το εσωτερικό σου αφήγημα. Με μικρές, ουσιαστικές μετατοπίσεις.
Δεν χρειάζεται να σταματήσεις να κάνεις ό,τι κάνεις. Χρειάζεται να συνειδητοποιήσεις τα πώς, πού, πότε και γιατί σου. Να αναγνωρίσεις και να αποκωδικοποιήσεις το μοτίβο σου και να πεις τα πράγματα με τ' όνομά τους. Δεν υπάρχει κατηγόρια εδώ. Μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις ό,τι έκανες, απαλλαγμένος από αυταπάτες όμως αυτή τη φορά. Και αυτό δεν γίνεται με τη βία. Ούτε με το «θα το κόψω μαχαίρι», ούτε με ντροπή.
Γίνεται με επίγνωση.
Με εκείνη την ήρεμη, σχεδόν επιστημονική παρατήρηση που λέει: «Α, να το. Αυτό κάνω. Εδώ πάω όταν πιέζομαι. Έτσι προστατεύομαι. Έτσι ξεφεύγω. Έτσι κρατιέμαι».
Η διαφορά ανάμεσα στο «αντέχω» και στο «ζω» είναι εκείνο το μικρό σημείο όπου δεν βαφτίζεις αυτό που κάνεις – το κοιτάς κατάματα. Και για πρώτη φορά δεν προσπερνάς τον ψίθυρο.
Εκεί αρχίζει η ελευθερία, και η πυξίδα μετατόπισης σου δείχνει τον δρόμο. Δεν σου λέει τι να κάνεις, αλλά πού να πας. Μόλις εντοπίσεις μια αυτόματη αντίδρασή σου, αναρωτήσου:
Σε ανοίγει ή σε περιορίζει αυτό που κάνεις;
Σε ξεκουράζει ή σε εξαντλεί;
Σε φέρνει πιο κοντά ή σε απομακρύνει;
Παρακάτω θα βρεις μερικά από τα πιο συνηθισμένα μοτίβα: τις φράσεις που λέμε, αυτό που πραγματικά βιώνουμε από πίσω τους, και μια πιθανή κατεύθυνση: μια σκέψη που μετατοπίζει, και μια πράξη που αρχίζει. Δεν είναι συνταγές. Είναι καθρέφτες. Δες πού βρίσκεις τον εαυτό σου.
Όταν έχεις έναν μόνο τρόπο, εγκλωβίζεσαι σε αδιέξοδο.
Όταν αποκτάς δεύτερο, αρχίζεις να επιλέγεις.



Το σημείο καμπής: Από το «μου βγαίνει» στο «το διαλέγω»
Προτού πιάσεις το κινητό σου επειδή έχεις ένα λεπτό ησυχίας ή ανάψεις το τσιγάρο επειδή είναι ώρα για διάλειμμα:
- Σταμάτα την παρόρμηση και πάρε μια μικρή απόσταση.
- Άκου το σώμα σου. Είναι πιο ειλικρινές από τις σκέψεις σου. Νιώθεις ένταση, πλήξη, ενθουσιασμό; Αναγνώρισε τα συναισθήματά σου.
- Ρώτα τι χρειάζεσαι τώρα, όχι τι «πρέπει» ή τι «συνηθίζεις» να κάνεις.
- Επικοινώνησε με άλλους ανθρώπους. Ίσως βρεις κατανόηση και εναλλακτικές.
- Διάλεξε συνειδητά. Έχεις επιλογές. Ακόμη και αν τελικά κάνεις το ίδιο, όπως πάντα, θα το έχεις επιλέξει, και αυτό έχει τεράστια δύναμη.



