Τα όρια στα παιδιά και το «όχι» ως πράξη φροντίδας

Τα όρια στα παιδιά και το «όχι» ως πράξη φροντίδας

«Είπα όχι, Βασιλική». Η Δέσποινα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται μόλις ξεστόμισε τη φράση. Ήταν ένα «όχι» που είχε σκεφτεί καλά. Ειπωμένο με καθαρή φωνή, με σταθερότητα. Αφορούσε κάτι συγκεκριμένο: η έφηβη κόρη της ήθελε να βγει με φίλους ένα απόγευμα καθημερινής, παρόλο που είχε ήδη αμελήσει κάποιες υποχρεώσεις της.

Η Δέσποινα είχε εξηγήσει τους λόγους της. Είχε ακούσει, είχε δείξει κατανόηση. Και όμως, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η ένταση είχε χτυπήσει κόκκινο.

Η Βασιλική στάθηκε απέναντι στη μητέρα της με τα χέρια σφιγμένα, τα μάτια της γεμάτα θυμό και απογοήτευση. Ούρλιαξε: «Μου χαλάς τη διάθεση! Δεν αντέχω άλλο, με πνίγεις! Δεν μπορώ να σε ακούω να μου λες τι να κάνω!» Πέταξε το μαξιλάρι του καναπέ και έφυγε προς το δωμάτιό της με βήματα βαριά, χτυπώντας την πόρτα πίσω της.

Και εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή του «σε μισώ» που δεν ειπώθηκε ακριβώς, αλλά ακουγόταν παντού, η Δέσποινα έμεινε μόνη στην κουζίνα, με τον ήχο της πόρτας ακόμα να αντηχεί μέσα της. Ήξερε ότι δεν έκανε κάτι κακό. Κι όμως, εκείνη η γνώριμη ενοχή είχε αρχίσει να ξυπνάει μέσα της: Μήπως ήμουν υπερβολική; Μήπως θα μπορούσα να το πω αλλιώς; Μήπως δεν έπρεπε να επιμείνω;

Στάθηκε για λίγο. Δεν είχε διάθεση ούτε να απαντήσει ούτε να απολογηθεί. Ήθελε μόνο να μη νιώθει έτσι, σαν να έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στο να κρατήσει το όριο ή να διατηρήσει τη σχέση.

Και κάπου εκεί ήρθε και μια δεύτερη σκέψη. Εκείνη που δεν μιλούσε με ενοχές, αλλά με βεβαιότητα και ηρεμία:

«Η Βασιλική θυμώνει γιατί νιώθει ασφαλής να θυμώσει. Εγώ πονάω γιατί την αγαπώ. Και το όριο δεν είναι απόσταση. Είναι φροντίδα».

Δεν πήγε αμέσως να τη βρει. Κάθισε για λίγο μόνη της, αφήνοντας τον εαυτό της να νιώσει ό,τι ένιωθε, χωρίς να βιαστεί να το διορθώσει. Όταν αισθάνθηκε ότι μπορούσε να πάει χωρίς να υπερασπιστεί τον εαυτό της, χωρίς να εξηγήσει ή να πείσει, μόνο για να είναι εκεί, δίπλα της, μετακινήθηκε αθόρυβα. Μέσα της πάλευαν δύο φωνές. Η μία έλεγε: «Μείνε εδώ, προστατεύσου από τον πόνο, από την απόρριψη». Η άλλη, πιο ήσυχη αλλά πιο δυνατή, την τραβούσε προς το παιδί της. Ήθελε να της δείξει ότι η μαμά δεν φεύγει όταν έρχεται η καταιγίδα. Ότι η παρουσία της δεν εξαρτάται από την ηρεμία.

Η πόρτα του δωματίου δεν είχε κλείσει καλά. Η Δέσποινα χτύπησε διακριτικά, σχεδόν διστακτικά, και μπήκε. Στάθηκε σιωπηλά απέναντί της. Δεν είπε τίποτα. Η Βασιλική δεν μίλησε ούτε γύρισε να την κοιτάξει. Αλλά δεν έφυγε. Κι αυτό κάτι σήμαινε. Αν και δεν το έδειξε, η παρουσία της μαμάς της ήταν κάτι που χρειαζόταν. Και η Δέσποινα το ήξερε. Δεν υπήρξε αγκαλιά ούτε συγγνώμες ούτε happy end. Υπήρξε μόνο η σιωπηλή επιβεβαίωση: «Είμαι εδώ. Και θα είμαι ακόμα κι όταν θυμώνεις».

Ο θυμός του παιδιού, όταν του λέμε «όχι», είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα και παρεξηγημένα σημεία τριβής στη σχέση γονέα-παιδιού. Πολλοί γονείς δυσκολευόμαστε να αντέξουμε αυτή τη στιγμή. Όχι μόνο γιατί είναι απαιτητική, αλλά γιατί κουβαλάμε μέσα μας βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις: «Αν το παιδί μου με αγαπά, δεν θα μου φωνάζει» ή «Αν ήμουν πιο καλός γονιός, δεν θα θύμωνε έτσι μαζί μου». Ή ακόμα χειρότερα: «Αν με απορρίπτει, κάτι δεν κάνω σωστά».

Όμως (και αυτό είναι το παράδοξο) αυτό δεν είναι σημάδι αποτυχίας. Ο θυμός είναι μια φυσική αντίδραση στην απογοή­τευση. Είναι δείκτης ότι υπάρχουν όρια, επιθυμίες, προσδοκίες και ματαιώσεις, σχέση, σύνδεση. Κι αν αυτή τη σύνδεση την έχεις χτίσει με φροντίδα, τότε το παιδί ξέρει ότι μπορεί να θυμώσει και να μη χαθεί. Ξέρει πως η σχέση αντέχει τον θυμό του.

Και εμείς ως ενήλικες βιώνουμε καθημερινά τον θυμό. Όταν όμως το παιδί μας θυμώνει εξαιτίας μας, ξυπνούν παλιές δικές μας πληγές: ο δικός μας ανεκδήλωτος θυμός, ο φόβος της απόρριψης, οι στιγμές που μάθαμε ότι για να μας αγαπούν πρέπει να είμαστε ευχάριστοι, ήσυχοι, πρόθυμοι. Οι περισσότεροι από εμάς είναι πολύ πιθανό ότι μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι «καλοί» γονείς είναι εκείνοι που τα παιδιά τους δεν θυμώνουν μαζί τους. Ή, τουλάχιστον, δεν εκφράζουν θυμό. Όμως η σχέση εμπιστοσύνης δεν είναι σχέση υπακοής. Είναι χώρος όπου μπορείς να διαφωνήσεις, να θυμώσεις, να πεις «δεν μου αρέσει» και να μη φοβάσαι ότι θα σε απορρίψουν.

Το «όχι» ως πράξη φροντίδας

Το όριο δεν είναι τιμωρία ούτε απειλή. Δεν είναι πράξη ελέγχου, δεν είναι αντίδραση. Δεν είναι «θα δεις τι θα πάθεις». Το όριο είναι ένα «όχι» που προστατεύει. Που οργανώνει την εμπειρία του παιδιού. Που βάζει πλαίσιο για να μπορέσει να νιώσει ασφαλές.

Όταν λέμε «όχι» με συνέπεια και σεβασμό, βοηθάμε το παιδί να μάθει πώς να λέει και να δέχεται «όχι» στις δικές του σχέσεις. Το στηρίζουμε να αντέχει την απογοήτευση, να αντέχει τον εαυτό του όταν τα πράγματα δεν γίνονται όπως θέλει, να αναπτύσσει αυτορρύθμιση, υπευθυνότητα και ανθεκτικότητα. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό στην πορεία προς την αυτονομία.

Συχνά φοβόμαστε ότι αν θέσουμε όρια, θα χάσουμε τη σχέση μας με το παιδί. Ότι θα απομακρυνθεί, θα πληγωθεί, θα απορρίψει εμάς ή τη φροντίδα μας.

Όμως συμβαίνει το αντίθετο.

Τα σταθερά και τρυφερά όρια ενισχύουν τη σχέση. Τα παιδιά που μεγαλώνουν με σαφή και αναπτυξιακά κατάλληλα όρια, προβλεψιμότητα και σεβασμό προς τις ανάγκες τους νιώθουν ότι ο κόσμος είναι οργανωμένος, άρα ασφαλής. Ξέρουν τι να περιμένουν. Και, κυρίως, ξέρουν ότι υπάρχει κάποιος που κρατά το «κουτί» όταν εκείνα βγαίνουν εκτός.

Η γονεϊκή παρουσία δεν μετριέται μόνο όταν όλα είναι ήσυχα. Μετριέται κυρίως όταν έρχεται η σύγκρουση. Όταν μπορούμε να πούμε «όχι» με καλοσύνη. Να αντέξουμε τον θυμό του παιδιού χωρίς να τον πάρουμε προσωπικά. Χωρίς να αποσυρθούμε, να φωνάξουμε ή να προσπαθήσουμε να ελέγξουμε τη σχέση.

Να πούμε, σιωπηλά ή φωναχτά: «Ξέρω ότι δεν σου αρέσει. Δεν άλλαξα γνώμη. Και είμαι εδώ».

Αυτό το «είμαι εδώ» είναι το πιο ισχυρό μήνυμα που μπορούμε να δώσουμε σε μια στιγμή σύγκρουσης. Είναι ο πυρήνας της συναισθηματικής ανθεκτικότητας, τόσο του παιδιού όσο και του ενήλικα.

Υπάρχει ένα κοινωνικό αφήγημα γύρω από τη θετική διαπαιδαγώγηση που την ταυτίζει με την απουσία ορίων. Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο: τα σταθερά και τρυφερά όρια είναι πυλώνας της ασφαλούς προσκόλλησης.

Και όσο πιο σταθερά και κατανοητά είναι, τόσο περισσότερο το παιδί νιώθει ότι μπορεί να εξερευνήσει τον κόσμο χωρίς να χαθεί. Επειδή ξέρει πού ακριβώς βρίσκεται. Ξέρει τι να περιμένει. Και αυτό του δίνει την αίσθηση ασφάλειας που χρειάζεται για να μεγαλώσει.

Τα όρια δεν καταπιέζουν το παιδί. Του μαθαίνουν ότι η ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία και η φροντίδα δεν σημαίνει «σε αφήνω να κάνεις ό,τι θέλεις».

Το να μάθουμε τα παιδιά να σέβονται τα όρια τα προετοιμάζει για τις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να πουν «όχι» ή να δεχτούν το «όχι» από άλλους. Κι αυτό είναι ένα από τα πιο πολύτιμα δώρα που μπορούμε να τους κάνουμε.

Τα λάθη που θα κάνεις

«Ξέρω τι πρέπει να κάνω… αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα». Το έχω πει στον εαυτό μου ψιθυριστά, αργά το βράδυ, βλέποντας το παιδί μου να κοιμάται. Το έχω ακούσει από γονείς, εκπαιδευτικούς, θεραπευτές, φροντιστές συχνά με διαφορετικά λόγια αλλά την ίδια ουσία. Δεν είναι αδυναμία. Είναι η ανθρώπινη φύση μας. Είναι ο τρόπος που η κούραση, το άγχος, οι προσδοκίες και οι δικές μας παιδικές εμπειρίες χρωματίζουν τις αντιδράσεις μας.

Μερικές φορές μοιάζουμε με «γονείς-νίντζα» που προλαβαίνουμε τα πάντα. Άλλες, απλώς ψάχνουμε την παντόφλα μας μέσα στο χάος του σπιτιού. Και οι δύο εικόνες είναι αληθινές. Και οι δύο χωράνε στην ίδια σχέση.

Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τις προσδοκίες για τέλεια αποτελέσματα και να σταθούμε μαζί στις αληθινές, ανθρώπινες στιγμές. Να δούμε πώς, μέσα από τις δυσκολίες και τις ατέλειες, μπορούμε να καλλιεργήσουμε σύνδεση, εμπιστοσύνη και αμοιβαία κατανόηση.

Το βιβλίο Τα λάθη που θα κάνεις δεν είναι οδηγός «διαχείρισης» παιδιών. Είναι μια ζεστή υπενθύμιση ότι δεν είσαι μόνος ή μόνη στην προσπάθεια.

Η Φωτεινή Καραγρηγόρη, εκπαιδευτικός, μητέρα, σύμβουλος γονέων και εκπαιδεύτρια Θετικής Διαπαιδαγώγησης, ανοίγει έναν χώρο συναισθηματικής παρουσίας, χωρίς φίλτρα τελειότητας. Τα «λάθη» δεν είναι αποτυχίες. Είναι ευκαιρίες για σύνδεση, μάθηση και εξέλιξη. Και το πιο σημαντικό δώρο που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας… είναι η αυθεντική μας παρουσία.

Η γονεϊκότητα δεν είναι διαγωνισμός γνώσεων. Είναι ζωντανή σχέση που παίρνει το σχήμα της από εσάς και το παιδί σας. Ελπίζω, καθώς θα γυρίζετε τις σελίδες, να βρίσκετε κομμάτια του εαυτού σας. Να νιώθετε ότι δεν είστε μόνοι ή μόνες. Ότι κάπου εκεί έξω υπάρχουν κι άλλοι που μαθαίνουν, δοκιμάζουν, σκοντάφτουν και συνεχίζουν. Όπως κι εσείς. Όπως κι εγώ. Αυτό είναι το «βιβλίο με τα λάθη που θέλω να κάνετε». Γιατί αυτά τα λάθη, όταν τα δούμε και τα αγκαλιάσουμε, γίνονται σκαλοπάτια για να φτάσουμε πιο κοντά ο ένας στον άλλον.

Ανακαλύψτε το!

Prev
Φωτεινή Καραγρηγόρη
Τιμή εκδότη 15.50€
Τιμή dioptra.gr 13.95€
Next
Σχετικά άρθρα
Prev
Μαζί ό,τι κι αν συμβεί: Ένα βιβλίο για τη δύναμη της σύνδεσης
Μαζί ό,τι κι αν συμβεί: Ένα βιβλίο για τη δύναμη της σύνδεσης

Γράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ψυχολόγος, συγγραφέας, πανεπιστημιακός

Next