Η ανάγνωση σκοτώνει…
Η Λητώ κρατούσε το όπλο της, σημάδευε το σκοτάδι. Ελισσόταν ανάμεσα στις βουβές βιβλιοθήκες, αφήνοντας χνάρια στο σκονισμένο πάτωμα. Σταμάτησε – μόλις άκουσε μια ανάσα; Στο ράφι δίπλα της σάπιζε ένα βιβλίο, 1984, άλλα ήταν πεταμένα κάτω. Δύο βήματα μακριά, η εισβολέας αγνοούσε την κάννη που τη στόχευε…
Η Βίβιαν –η εισβολέας– αναζητούσε αγωνιωδώς ένα βιβλίο για την αποκάλυψη της σκευωρίας που οδηγούσε τη χώρα της και τους δράκους στον αφανισμό. Δεν είχε χρόνο· απαγορευόταν να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη… και το σκοτάδι έκρυβε το όπλο που τη σημάδευε. Γράπωσε το βιβλίο που έψαχνε.
Το άνοιξε, οι σελίδες θρόισαν.
Εκπυρσοκρότηση.
Το βιβλίο έπεσε ανοιχτό στο πάτωμα. Αίμα λέκιαζε τις σελίδες του.
Πώς απαντάει η λογοτεχνία στη λογοκρισία;
Οι εκδόσεις Διόπτρα παρουσιάζουν δύο διαφορετικούς μεταξύ τους τίτλους, εφαπτόμενους σε αυτό το σημείο.
Στη Μέντορα της Αλεξίας Κέπελη, συναντάμε μια σύγχρονη, εναλλακτική Ελλάδα. Η δημόσια και ιδιωτική ζωή ρυθμίζεται από τους κανόνες της Vis, ενός αόριστου συστήματος, εκτελεστικά όργανα του οποίου είναι οι Ρυθμιστές. Στο στρατόπεδο εκπαίδευσης των τελευταίων, τα βιβλία απαγορεύονται. «…ο Θάνος προτιμούσε την ακινησία της βιβλιοθήκης. […] έλεγε πάντα πως ανυπομονούσε για τη στιγμή που θα του επιτρεπόταν να ανοίξει τα βιβλία και να διαβάσει». Και συνεχίζει: «…το να πάρεις κάποιο βιβλίο από εκείνα τα ράφια σήμαινε φυλάκιση. Ίσως κάτι χειρότερο». Η ανάγνωση επιτρέπεται υπό όρους, που δεν αποσαφηνίζονται ποτέ στους ήρωες του βιβλίου, γίνεται μόνο επίκληση στην κοινωνική θέση και… σε κάτι άλλο, απροσδιόριστο.
Στη Γλώσσα των Δράκων της S. F. Williamson, συναντάμε ένα εναλλακτικό Λονδίνο του 1923. Κόσμος φαντασίας μεν –γεμάτος δράκους–, βαθιά αληθοφανής δε – γεμάτος ταξικές διαφορές και μια εξουσία διεφθαρμένη ως το κόκαλο. Διαβάζουμε: «Ήμουν δώδεκα όταν είδα να απομακρύνουν ένα κορίτσι από τη δημόσια βιβλιοθήκη επειδή ανήκε στην Τρίτη Τάξη. […] βρήκαν στις τσέπες της σκισμένες σελίδες από τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς. […] Το Ταξικό Σύστημα θρέφει τη φιλοδοξία […]. Θα είχε θελήσει αυτό το κορίτσι να διαβάσει το ίδιο βιβλίο τόσο απεγνωσμένα αν δεν της ήταν απαγορευμένο;». Στη Williamson το δικαίωμα στην ανάγνωση συνδέεται με εισοδηματικά κριτήρια – διαβάζεις αν κατέχεις, η λαχτάρα του βιβλίου ανήκει στους έχοντες, όπως και η ζωή γενικότερα.
Το δικαίωμα στην ανάγνωση δεν είναι ούτε αναφαίρετο ούτε απεριόριστο. Η συγκεκριμένη διαπίστωση επανέρχεται τραγικά στο μυαλό μας, καθώς ολοκληρωτικά καθεστώτα ανά τον κόσμο, οικονομικές κρίσεις, απανθρωποποίηση ξηλώνουν τις ηθικές αντοχές των κοινωνιών.
Οφείλουμε να θυμόμαστε πως η ανάγνωση ανέκαθεν ήταν ένα προνόμιο. Πέραν των πολιτικών διώξεων εις βάρος βιβλίων και συγγραφέων, κοινωνικές ομάδες όπως οι οικονομικά αδύναμοι, οι πρόσφυγες, απομονωμένα μέρη αποκλείονται συστηματικά από τον κόσμο του βιβλίου, που επηρεάζει βαθιά την ταυτότητά μας ως ανθρώπους. Η λογοτεχνία ανοίγει δρόμους στον βάλτο, υψώνει συνειδήσεις.
Το δικαίωμα στην ανάγνωση δεν είναι ούτε αναφαίρετο ούτε απεριόριστο· το ίδιο ισχύει για κάθε δικαίωμα, ακόμα και της ίδιας της ζωής.





