Έλενα Ακρίτα – Η γυναίκα και το μπουφάν

Ένα κλασικό άρθρο από το νέο βιβλίο της Έλενας, «Τα Χειροποίητα»
Το μπουφάν πεταμένο στην καρέκλα της κουζίνας. Κανονικά, λοιπόν, έπρεπε να σηκωθεί. Να πάρει το μπουφάν. Να διασχίσει τον διάδρομο. Να πάει στο άλλο δωμάτιο. Να ανοίξει την ντουλάπα. Να κρεμάσει το μπουφάν. Να πέσει το φούτερ το στριμωγμένο κάτω. Να μαζέψει το φούτερ. Να κρεμάσει το φούτερ. Να κρεμάσει και το μπουφάν. Να κλείσει την ντουλάπα. Να κλείσει την πόρτα για τα ρεύματα. Να επιστρέψει στην κουζίνα.

Σε ρεαλιστικό χρόνο, δυο λεπτών υπόθεση. Σε υπερρεαλιστικό, ένας αιώνας. Άλλωστε, όσες φορές και να το κρέμαγε, αυτό εκεί, πάντα στην καρέκλα της κουζίνας. Εκεί ακριβώς που το πετούσε η κόρη της. Εκεί ακριβώς που θεωρούσε ότι είναι η φυσική του θέση. Πού βάζουμε μπουφάν, παντελόνια, μπλούζες, είδη προικός; Στην καρέκλα της κουζίνας.

Μια ζωή τακτοποιείς, μια ζωή τα ξαναβρίσκεις στη λάθος θέση. Τι διάολο, περπατάνε τη νύχτα; Καλά, το πλυντήριο το είχε πάρει απόφαση. Μόλις σβήνανε τα φώτα, αυτό έπαιρνε τους δρόμους. Περπατούσε κανονικότατα.

Την πρώτη φορά ξύπνησε έντρομη τον άντρα της. Νόμιζε ότι μπήκαν οι διαρρήκτες σπίτι να κλέψουν τα σεμέν. Μετά το συνήθισε. Μη σου πω ότι άρχισε να το ζηλεύει κιόλας. Εκείνη μέσα κλεισμένη, το πλυντήριο κοινωνικότατο.

Σάββατο μεσημέρι και ο άντρας της είχε πάει τα παιδιά στο λούνα παρκ. Ωραία θα περάσουμε πάλι. Θα τους βάλει στο στριφογυριστό μαραφέτι βζόινγκ-βζόινγκ, που σου πετάει τ’ άντερα έξω, θα τους ταΐσει μετά κι ό,τι τζανκ σκατολοΐδι βρει μπροστά του. Κι όταν με το καλό γυρίσουνε και τη βγάλουνε όλη νύχτα αγκαλιάζοντας στοργικά το καπάκι της λεκάνης, εκείνος θα λέει «ίωση είναι, πού τα πήγες τα παιδιά και κρυώσανε;».

Και να πεις ότι δεν του μίλησε πριν φύγουν; Του είπε πως έχει ξεπαγώσει κιμά για μακαρόνια και να γυρίσουν να φάνε σπίτι. Που κι αυτό σχετικό είναι. Γιατί αγοράζεις εσύ τα μακαρόνια νούμερο 6, ο άλλος θέλει τα χοντρά, ο τρίτος τα φιογκάκια, ο τέταρτος τις πένες κι ο λογαριασμός στο 12.

Να συγυρίσει τα πάνω-πάνω ή να μην μπει καν στη διαδικασία; Γιατί να της κοπεί η μέση μαζεύοντας κόκκινα τουβλάκια από τη μοκέτα; Ποιος ο λόγος; Αφού πέντε θα γυρίσουνε, πέντε και πέντε το σπίτι θα έχει ξαναγίνει ακριβώς όπως πριν. Η μέρα της μαρμότας. Αυτό είναι η ζωή της.

Πλησίασε το πρόσωπο στον καθρέφτη. Μ’ αυτή τη ρυτίδα δεν θυμάται να συστηθήκανε, άγνωστη παντελώς, με το έτσι θέλω θρονιάστηκε στο είδωλό της. Διαφημίζουν μια κρέμα στην τηλεόραση. Έχει χαβιάρι που τσιτώνει. Το «πριν» και το «μετά» της κυριούλας στη διαφήμιση είναι σαν να την πατήσανε με σίδερο ατμού. Να την αγόραζε; Άφησέ το καλύτερα. Πήρε η Μαρία, την ξέχασε στο ψυγείο και παραλίγο να την αλείψει στη φρυγανιά του παιδιού.

Τουλάχιστον, το σπίτι έχει ησυχία τώρα που λείπουν όλοι. Πόσο της λείπει αυτή η σιωπή. Συνήθως γύρω της όλοι φωνάζουν, ουρλιάζουν, τσακώνονται, ζητάνε, απαιτούν, διεκδικούν. Διεκδικούν κομμάτια του εαυτού της που δεν τα έχει πια. Που δεν υπάρχουν πια. Ό,τι είχε το ’δωσε. Το υστέρημα ψυχής, το περίσσευμα καρδιάς, όλα τα έδωσε, όλα. Κι έγινε η ζωή της ένα μακό μπλουζάκι σε καλάθι των εκπτώσεων. Χυμάνε, το αρπάζουν, το τραβάνε, το τσαλακώνουν, το σκίζουν, το πετάνε. Κι αυτοί ακόμα ζητάνε. Ακόμα ψάχνουν τις γωνίες, μην παράπεσε ένα ρετάλι από τη γυναίκα που ήταν κάποτε.

Πώς πέρασεν η ώρα.

Πώς πέρασαν τα χρόνια. Όπου να ’ναι θα γυρίσουν. Σηκώθηκε αργά. Σήκωσε το μπουφάν.

Είχε την αίσθηση πως κάποιος, κάπου, κάποτε, της έταξε πως η ζωή της θα ήταν σαν διαφήμιση απορρυπαντικών. Της έφυγε η ζωή. Της έμεινε το απορρυπαντικό.

Προχώρησαν στον διάδρομο αγκαλιασμένοι.

Η γυναίκα και το μπουφάν.

ΥΓ: Ανακαλύψτε κι εσείς τα Χειροποίητα όπου η Έλενα Ακρίτα επιλέγει τα καλύτερά της κείμενα από όλη τη συγγραφική της πορεία.

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *