Ουγγρικά Ψάρια 1 – Όπου ο Γιάννης δέχεται μια πολύ παράξενη επίσκεψη

Το πρώτο κεφάλαιο από το μυθιστόρημα του Γιάννη Πλιώτα «Τα ουγγρικά ψάρια»
Ήταν αρχές Αυγούστου και έκανε ζέστη. Πηχτή. Εγώ περνούσα τις ώρες μου γράφοντας ποίηση που κάποια μέρα σκόπευα να εκδώσω μέσω ενός γνωστού, που έχει φίλο έναν εκδότη. Κατά τη γνώμη μου δεν είχα αγγίξει ακόμα το απόγειο του ταλέντου μου, αλλά οπωσδήποτε διατηρούμουν σταθερά πάνω από το μέσο όρο των υπόλοιπων συγγραφέων. Τα ποιήματά μου είχαν συνήθως θέμα την αγάπη ή τον θάνατο, ή έναν καλοζυγισμένο συνδυασμό αυτών των δύο.

Αγάπη και θάνατος / Θάνατος και αγάπη / Πόσο πέθανα αγαπώντας σε
Μα ήρθε ένα ακρογιάλι / Το είδα από μακριά με κιάλι / Ξαπλώνω στο ντιβάνι / Κρύο έχει βάνει

Για τις καθημερινές ανάγκες μου συνήθιζα να βγαίνω στο μπαλκόνι με τον φορητό υπολογιστή, μιας και έκλεβα ίντερνετ από έναν αδαή γείτονα. Επίσης, σε ένα από τα διαμερίσματα της απέναντι πολυκατοικίας ζούσε μια ντροπαλή φοιτήτρια που περνούσε τις περισσότερες ώρες διαβάζοντας, συγυρίζοντας και βλέποντας τηλεόραση. Δυστυχώς –για κάποιον ανεξήγητο λόγο– έκανε συνήθως όλα τα παραπάνω με κλειστές κουρτίνες. Εγώ, βέβαια, ως άνθρωπος του πνεύματος, λίγη σημασία έδινα σε τέτοιες μικροαστικές συμπεριφορές. Μα επειδή κάποια μέρα αγανάκτησα, επέστρεψα και το τηλεσκόπιο που είχα αγοράσει από το μαγαζάκι αστρονομίας.

Με τον Μάγο είχαμε χαθεί. Τον τελευταίο καιρό είχε πιάσει δουλειά ως μπάρμαν σ’ ένα επιμελώς παρηκμασμένο ροκάδικο και καμάκωνε οποιοδήποτε θηλυκό αποτολμούσε έστω και να πλησιάσει σε ακτίνα λίγων μέτρων. Αράδιαζε φανφαρόνικους μονολόγους για φιλοσοφία, σοσιαλισμό, τανκς και ανεξάρτητο αμερικανικό κινηματογράφο. Αφηγούνταν με ζέση ιστορίες από συναυλίες των Σκόρπιονς και του Τζιμ Μόρισον, ενώ παρασκεύαζε μυστηριώδη ποτά, που υποτίθεται είχε μάθει από ημίγυμνους αυτόχθονες στα λιμάνια της Παραγουάης (μην το ψάξετε, δεν έχει θάλασσα). Γυρνούσε κάθε πρωί σπίτι τύφλα και ποτέ δεν προλάβαινε να φτάσει παραπέρα από τον καναπέ του σαλονιού. Μερικές φορές ούτε εκεί.

Οι περισσότεροι φίλοι μας από τα φοιτητικά χρόνια ήταν παντρεμένοι, είχαν χτιστεί στα τείχη τους, είχαν αφήσει τα χρόνια να τους καταπλακώσουν και αποφεύγαμε να μαθαίνουμε νέα τους. Αν οι άνθρωποι θέλουν να χαθούν, χάνονται. Εγώ και ο Μάγος είχαμε σεβαστεί τις επιλογές τους και συνεχίζαμε στον δρόμο μας.

Οι ζωές μας εκείνο το καλοκαίρι κυλούσαν ήσυχα. Απλά. Λιτά. Δωρικά. Κανείς μας δεν υποψιαζόταν την ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της ευτυχισμένης καθημερινότητάς μας. Ώσπου συνέβη ένα λάθος. Ένα λάθος από αυτά που συμβαίνουν και στην αρχή υποτιμάς τη σημασία τους. Όμως είναι αρκετό για να στρέψει τα πάντα προς τη χειρότερη δυνατή πορεία. Είναι ο αναπόδραστος νόμος του Μέρφι.

Η καταστροφική αλληλουχία γεγονότων ξεκίνησε με ένα τηλεφώνημα στο σπίτι μου, ακριβώς τρεις ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Είχα μόλις αποκοιμηθεί, προσπαθώντας να διαβάσω λίγες σελίδες από έναν ακόμα παχύ τόμο, που μου είχε δανείσει με το ζόρι ο Μάγος. Κάθε φορά που έπαιρνα το βιβλίο στα χέρια μου, ερχόμουν αντιμέτωπος με το βλοσυρό βλέμμα ένας μουσάτου τύπου στο εξώφυλλο. Και μετά, το περιεχόμενο. Αααχ… Το περιεχόμενο… Από τις πρώτες παραγράφους ένας πονοκέφαλος σφυροκοπούσε τα μηνίγγια μου. Όσες σελίδες κι αν διάβαζα, πάλι δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος ήταν με το καθεστώς και ποιος όχι.

Το κουδούνισμα του σταθερού τηλεφώνου με ξύπνησε ιδρωμένο· ήταν επίμονο – κάτι απροσδιόριστο κρυβόταν μέσα του. Αναδύθηκα με άφατο κόπο από τον ύπνο και χρειάστηκα κάμποσα δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσω ότι βρισκόμουν στο κρεβάτι μου και όχι σ’ ένα βρομερό χειρουργικό τραπέζι στη Βομβάη. Για καλό και για κακό ψηλάφισα το στέρνο μου για πρόσφατες ραφές. Δεν ήταν λίγες οι ιστορίες που είχα ακούσει για απαγωγές ανυποψίαστων πολιτών και κλοπές νεφρών. Συμβαίνουν αυτά, κάθε μέρα τα διαβάζουμε σε blogs και στο Facebook.

Ακόμα μπερδεμένος απ’ τον ύπνο, σήκωσα το ακουστικό και το έφερα στο αφτί μου. Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούστηκαν ηλεκτρονικοί βόμβοι και διακόπτες που ανεβοκατέβαιναν. Παράσιτα. Θόρυβος. Μπουκαπόρτες που ανοιγόκλειναν, πιστόνια που παλινδρομούσαν. Προτού καταλάβω κάτι συγκεκριμένο, μια αλλοιωμένη φωνή μίλησε ψιθυριστά: «Έλα, Γιάννη. Με ακούς;»

Κοίταξα το ακουστικό εκνευρισμένος. Ποιος διάολος ήταν τρεις η ώρα το βράδυ;

«Εγώ είμαι, ρε. Με ακούς;» επανέλαβε η φωνή, αμελώντας να δώσει περισσότερα στοιχεία για την ταυτότητά της. Αισθάνθηκα όπως όταν μια φορά στην Πάτρα με είχε πάρει κάποιος και μου είχε πει: «Έλα, ο Αντρέας είμαι».

«Ναι, έλα. Σε ακούω», απάντησα με ειλικρίνεια.

«Ωραία», είπε η άγνωστη φωνή, εμφανώς ανακουφισμένη. «Άκουσέ με, προσεκτικά», ψιθύρισε. «Μπήκα στα πιο προστατευμένα αρχεία τους, έσπασα την ασφάλειά τους. Είδα απαγορευμένα πράγματα. Είναι εκεί. Τα είδα σου λέω!»

Τώρα κάπως ξεκαθάριζαν τα πράγματα. Προφανώς ήταν ο Χάκερ, μια παλιά γνωριμία μου, γνωστός και ως Φρικάκιας, παρατσούκλι που είχε κολλήσει σε κάποια φυλακή. Ένας τύπος δυσπροσδιόριστος και αινιγματικός, που από τη μια φαινόταν καλοσυνάτος και από την άλλη έδινε την εντύπωση ότι θα άρχιζε να σε γρονθοκοπεί χωρίς αφορμή.

Κοντοκουρεμένος ξανθός, μουστάκια αμερικανικού Νότου, τετράγωνοι ώμοι και δύο τατουάζ, που διέσχιζαν κατά μήκος τα χέρια του και ποιος ξέρει μέχρι πού έφταναν. Συνήθως φορούσε φανέλες της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας ή της Λάτσιο. Λεγόταν ότι παλιά είχε πολεμήσει με συμμορίες σε φαβέλες. Ότι είχε μπλεχτεί σε ξεκαθαρίσματα της μαφίας. Ότι είχε επικηρυχθεί για πειρατεία στις Ολλανδικές Αντίλλες.

Πάντως, τον τελευταίο καιρό είχε ειδικευτεί στο χάκινγκ, στην αποδόμηση τειχών προστασίας, στα κρυπτονομίσματα και στο chat roulette. Ένας μοναχικός καουμπόι που, μετά από κάποια χρόνια που τον είχα χάσει, με είχε κάνει add στο Facebook και ανταλλάσσαμε πού και πού ζωές στο κάντυ κρας.

Μερικές φορές βγαίναμε για μπίρες, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω πώς στον διάολο είχε βρει τον αριθμό του σταθερού μου.

«Έλα, ρε Χάκερ. Τι λέει; Γιατί παίρνεις τέτοια ώρα; Ανησύχησα», είπα μολονότι δεν είχα ανησυχήσει ιδιαίτερα. Τα σεμινάρια υποκριτικής που είχα παρακολουθήσει πριν από δύο χρόνια με βοηθούσαν σε ανάλογες περιπτώσεις.

«Άκουσέ με προσεκτικά», είπε ο Χάκερ και τα λόγια του διαδέχθηκε βαθιά σιωπή. Κύλησαν κάμποσα δευτερόλεπτα. Τελικά μίλησα εγώ:

«Ε, άντε ρε. Σε ακούω. Πες».

«Άκουσέ με πολύ προσεκτικά, Γιάννη», επανέλαβε ο Χάκερ βαθαίνοντας τη φωνή του. Αναστέναξα. Ήξερα ότι αυτή η ανοησία μπορεί να συνεχιζόταν για ώρα. Μερικές φορές ο Χάκερ κολλούσε και επαναλάμβανε τις ίδιες φράσεις, ένα κουσούρι που είχε αποκτήσει από την ενασχόλησή του με τα κομπιούτερς. Μερικές φορές νόμιζα ότι σταδιακά εξελισσόταν σε έναν τετραπύρηνο υπεράνθρωπο-μηχανή.

«Άκουσέ με πάρα πολύ προσεκτικά, Γιάννη», είπε πάλι ο Χάκερ επιβεβαιώνοντας τη σκέψη μου. Ευτυχώς ήξερα πώς να τον ξεκολλήσω. «Έλα, Χάκερ, reset. Πάμε πάλι απ’ την αρχή».

«Εντάξει, εντάξει, το ’χω. Άκου. Πρέπει να συναντηθούμε. Αμέσως. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ή και ακόμα παραπάνω».

Δεν ήξερα τι συμπέρασμα να βγάλω από εκείνα τα λόγια. Αν ήμαστε ήρωες ταινίας ή βιβλίου ίσως και να ψάρωνα και να του έλεγα ναι. Όμως με είχε ξυπνήσει στα άγρια χαράματα, όταν είχα κοιμηθεί πριν από λίγη ώρα, επιστρέφοντας από ξενύχτι και έχοντας προσπαθήσει επανειλημμένως και ανεπιτυχώς να εντυπωσιάσω με στίχους μια δεσποινίδα που είχα γνωρίσει σε ένα μπαρ. Δεν ήταν η καλύτερη ώρα. Ήθελα μόνο να βυθιστώ στη λήθη του ύπνου. Ομολογώ ότι αν ήταν στο τηλέφωνο η δεσπονίδα ή έστω η φοιτήτρια από το απέναντι μπαλκόνι, θα ξεσηκωνόμουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Για οτιδήποτε άλλο ήμουν αρκετά επιφυλακτικός, έως και αρνητικός θα έλεγα.

«Είναι αργά, ρε Χάκερ. Δεν μπορεί να περιμένει ως το πρωί;» αναρωτήθηκα φωναχτά.

«Όχι, όχι σου λέω, όχι! Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου», ήρθε η αναστατωμένη απάντηση.

«Μα τουλάχιστον πες μου τι συμβαίνει!» διαμαρτυρήθηκα. Ήταν μια έξυπνη ερώτηση παγίδα. Αν ο Χάκερ απαντούσε –όπως περίμενα– ότι δεν μπορεί να μου πει γιατί η γραμμή δεν είναι ασφαλής, θα του το έκλεινα στα μούτρα αγανακτισμένος από τα κλισέ. Παραδόξως δεν έγινε έτσι.

«Πόσα γνωρίζεις για τα λεφτά, Γιάννη;»

Η ερώτηση με αιφνιδίασε με τη γενικότητά της, που οπωσδήποτε έκρυβε ένα βαθύτερο νόημα. Για ποια λεφτά μιλούσε; Το τσαλακωμένο πεντάευρω στην τσέπη του παντελονιού μου; Τα 56,48 ευρώ στην τράπεζα; Εκείνα που έχασα την πρωτοχρονιά στο πόκερ; Το δίλεπτο που βρήκα στον δρόμο προχθές; Τα 600 δισεκατομμύρια που χρωστάμε ως ελληνικό έθνος; Ποια απ’ όλα;

«Είδες; Είδες πόσο σημαντικό είναι το ζήτημα;» θριαμβολόγησε ο Χάκερ, εκμεταλλευόμενος άνανδρα την εύλογη σιωπή μου. «Σε περιμένω. Κάτω από την πολυκατοικία σου. Κατέβα. Τώρα! Δεν πρέπει να αργήσουμε. Δεν μας επιτρέπεται να αργήσουμε!» τόνισε με στόμφο.

Το επόμενο που άκουσα ήταν πολλά εκνευριστικά τουτ τουτ τουτ. Κατέβασα το ακουστικό με δύναμη. Ζύγισα την κατάσταση. Λεφτά… Η μερκαντιλιστική εφαλτήριος δύναμη της κοινωνίας. Ο αμοραλιστικός αντικατοπτρισμός του καπιταλιστικού συστήματος. Η αιώνια πάλη μεταξύ της μονεταριστικής διαπαιδαγώγησης και της ναυτοπροσκοπικής κουμπαγιά. Το ρευστό. Τα καφετιά. Τα μπικικίνια. Το παραδάκι. Οι ευρίτσες. Το σάλιο.

Κάτι μεγάλο συνέβαινε εδώ. Έπρεπε να συναντήσω τον Χάκερ. Ίσως είχε όλες τις απαντήσεις. Πέταξα το πάπλωμα, σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι, έβαλα παπούτσια και βγήκα στον διάδρομο. Κάλεσα το ασανσέρ, άνοιξα την πόρτα, μπήκα στον θάλαμο, απέφυγα επιδέξια τα βλέμματα του καθρέφτη και πάτησα το κουμπί.

Είκοσι επτά δευτερόλεπτα αργότερα βρισκόμουν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ερημιά. Νύχτα. Σκοτάδι. Υγρασία. Μια σκιώδης φιγούρα στεκόταν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ρανίδες φωτός απ’ την παρακείμενη κολόνα της ΔΕΗ δημιουργούσαν παράξενες γωνίες στα χαρακτηριστικά του. Φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο. Κάπου μακριά ένα σκυλί αλύχτησε δυσοίωνα. Ο Χάκερ με κοίταξε σαν να είχε να με δει χρόνια. Σιωπή μας χώρισε.

«Γιατί είσαι τόσο τσαλακωμένος;» ρώτησε τελικά.

Αντί να απαντήσω «Με τσαλάκωσε η ζωή», σήκωσα τους ώμους. Αταβιστικά προσπάθησα να ισιώσω τις ζάρες στο κοντομάνικο, καρό πουκάμισό μου. Απέτυχα. Ο Χάκερ πλησίασε. Φορούσε σαγιονάρες, βερμούδα και φανέλα της Λάτσιο. Το πλαφ πλαφ από τις σαγιονάρες τεμάχιζε τη σιωπή της νύχτας σε κβάντα. Στάθηκε απέναντί μου, στα δύο μέτρα. Η ένταση κορυφωνόταν.

Αν και είχε 30 βαθμούς και είχε να φυσήξει εδώ και τουλάχιστον μία εβδομάδα, ο Χάκερ προστάτεψε με τη χούφτα του ένα αναμμένο σπίρτο για ν’ ανάψει τσιγάρο. Κάπου μακριά ακούστηκε ένας γκιώνης. Άραγε καλούσε ερωτικά την αγαπημένη του ή θρηνούσε για τον χαμό της;

Μια νουάρ περιπέτεια ξεκινούσε και εγώ μόλις είχα αρπαχτεί από τη δίνη των γεγονότων.

Πόσα αλήθεια ήξερα για τα λεφτά;

Και ακόμα περισσότερο, το ερώτημα που με έκαιγε σαν πυρωμένο σίδερο· πόσα άντεχα να μάθω;

ΥΓ: Αν σας ενδιαφέρει να ξεκινήσετε μια επανάσταση, ίσως έχει έρθει η ώρα να διαβάσετε τα Ουγγρικά Ψάρια

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

2 Comments

  1. Pingback: Ουγγρικά Ψάρια 3,4 – Αρχή διατήρησης φραπέ – Dioptra Blog

  2. Pingback: Ουγγρικά Ψάρια 2 – Τις πτύει; – Dioptra Blog

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *