Γιατί να αλλάξω τον τρόπο που αναπνέω;

Το μέρος θύμιζε σκηνικό βγαλμένο από ταινία τρόμου: η μπογιά στους τοίχους ήταν ξεφλουδισμένη και τα παράθυρα σκονισμένα, το φεγγαρόφωτο έριχνε ολόγυρα απειλητικές σκιές. Διάβηκα το κατώφλι της εισόδου, ανέβηκα τα σκαλοπάτια που έτριζαν και χτύπησα την πόρτα.

Με υποδέχτηκε μια γυναίκα μεταξύ τριάντα και σαράντα ετών, με πυκνά φρύδια και αφύσικα μεγάλα, λευκά δόντια. Μου είπε να περάσω μέσα, αφού πρώτα μου ζήτησε να βγάλω τα παπούτσια μου. Με οδήγησε σε ένα ευρύχωρο, αχνοφωτισμένο σαλόνι. Η γαλάζια οροφή του ήταν διακοσμημένη με αφράτα συννεφάκια. Κάθισα δίπλα σε ένα παράθυρο που κροτάλιζε από το αεράκι και στο ωχρό φως από τους φανοστάτες παρακολουθούσα τους ανθρώπους που έμπαιναν στο κτίριο.

Είχα έρθει εδώ ύστερα από σύσταση του γιατρού μου, που μου είχε πει: «Πιστεύω ότι θα σε ωφελήσει ένα σεμινάριο αναπνευστικών τεχνικών». Όπως μου εξήγησε, θα ενδυνάμωνε τους ταλαιπωρημένους πνεύμονές μου, θα ηρεμούσε τον ταλανισμένο νου μου και ίσως με βοηθούσε να αλλάξω στάση ζωής.

Τους τελευταίους μήνες αντιμετώπιζα πολλές δυσκολίες. Η δουλειά μου ήταν μόνιμη πηγή στρες. Το σπίτι μου, που μετρούσε εκατόν τριάντα χρόνια ζωής, είχε αρχίσει να καταρρέει. Επιπλέον, είχα μόλις αναρρώσει από πνευμονία – την τρίτη τα τελευταία τρία χρόνια. Περνούσα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου στο σπίτι, βαριανασαίνοντας, δουλεύοντας και τρώγοντας τρία γεύματα τη μέρα στο ίδιο πιάτο, καθισμένος στον καναπέ και σκυμμένος πάνω από εφημερίδες που είχαν κυκλοφορήσει σχεδόν μία εβδομάδα νωρίτερα. Το σώμα μου, ο νους μου, ολόκληρη η ζωή μου είχαν εγκλωβιστεί σε αυτό το αδιέξοδο μοτίβο. Έπειτα από μερικούς μήνες αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή του γιατρού μου και να γραφτώ σε ένα εισαγωγικό σεμινάριο αναπνευστικών τεχνικών για να μάθω μια μέθοδο που λέγεται «Σουντάρσαν Κρίγια».

Στις εφτά το απόγευμα η γυναίκα με τα πυκνά φρύδια κλείδωσε την εξώπορτα, κάθισε στο κέντρο του κύκλου που σχημάτιζε η ομάδα, έβαλε μια κασέτα σε ένα παμπάλαιο φορητό κασετόφωνο και πάτησε το play. Μας είπε να κλείσουμε τα μάτια μας. Ανάμεσα σε συριγμούς και παράσιτα ξεχύθηκε από τα ηχεία μια αντρική φωνή με ινδική προφορά – μια φωνή ψιλή, τραγουδιστή, τόσο μελωδική ώστε ηχούσε αφύσικη, σαν να ανήκε σε ήρωα κινουμένων σχεδίων.

Ακολουθώντας τις οδηγίες της, συγκεντρωθήκαμε στην αναπνοή μας, εισπνέοντας και εκπνέοντας αργά από τη μύτη.

Συνεχίσαμε έτσι αρκετά λεπτά. Αν και φορούσα κάλτσες, πήρα μια από τις στοιβαγμένες κουβέρτες και την τύλιξα γύρω από τα πόδια μου, για να τα προστατεύσω από το παγωμένο ρεύμα που τρύπωνε από το παράθυρο. Συνέχισα να αναπνέω, αλλά δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα. Δεν κυριεύτηκα από ηρεμία, δεν ένιωσα τους σφιγμένους μυς μου να χαλαρώνουν. Απολύτως τίποτα.

Πέρασαν δέκα λεπτά, ίσως και είκοσι. Είχα αρχίσει να δυσφορώ και να εκνευρίζομαι που είχα επιλέξει να περάσω τη βραδιά μου εισπνέοντας τον σκονισμένο αέρα στο πάτωμα ενός παλιού βικτοριανού σπιτιού. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα τριγύρω. Όλοι είχαν την ίδια σκυθρωπή, βαριεστημένη έκφραση. Σκέφτηκα να σηκωθώ και να φύγω, αλλά δεν ήθελα να φανώ αγενής. Το μάθημα ήταν δωρεάν – η δασκάλα δεν αμειβόταν για να βρίσκεται εκεί. Έπρεπε να σεβαστώ τις φιλανθρωπικές προθέσεις της. Έτσι, έκλεισα ξανά τα μάτια μου, τυλίχτηκα πιο σφιχτά με την κουβέρτα και συνέχισα να αναπνέω.

Και ξαφνικά κάτι συνέβη. Δεν αντιλήφθηκα να συντελείται μέσα μου κάποιο είδος μεταμόρφωσης. Δεν ένιωσα ότι χαλάρωσα ή ότι ο νους μου άδειασε από το σμήνος των ενοχλητικών σκέψεων που τον τριβέλιζαν. Όμως αισθάνθηκα σαν να μεταφερόμουν από έναν τόπο σε έναν άλλο. Και συνέβη μέσα σε μία στιγμή.

Η κασέτα έφτασε στο τέλος της κι εγώ άνοιξα τα μάτια. Ένιωσα κάτι υγρό στο κεφάλι μου. Σήκωσα το χέρι μου για να το σκουπίσω και διαπίστωσα ότι τα μαλλιά μου ήταν μούσκεμα. Έπειτα πέρασα το χέρι μου πάνω από το πρόσωπό μου, ένιωσα τα μάτια μου να καίνε από τον ιδρώτα, γεύτηκα την αλμύρα του, χαμήλωσα το βλέμμα και είδα τους λεκέδες που είχε αφήσει στην μπλούζα και στο τζιν μου. Η θερμοκρασία στο δωμάτιο ήταν γύρω στους είκοσι βαθμούς – και σίγουρα χαμηλότερη εκεί που καθόμουν, κάτω από το παράθυρο απ’ όπου τρύπωνε το κρύο. Όλοι φορούσαν μπουφάν και μπλούζες με κουκούλες για να ζεσταθούν. Παραδόξως, όμως, εγώ έσταζα στον ιδρώτα, σαν να είχα μόλις τρέξει μαραθώνιο.

Η δασκάλα με πλησίασε και με ρώτησε αν ένιωθα καλά, αν ήμουν άρρωστος, αν είχα πυρετό. Της είπα ότι αισθανόμουν μια χαρά. Κι έπειτα άρχισε να μου λέει κάτι για τη θερμότητα του σώματος και για τον τρόπο με τον οποίο κάθε εισπνοή μάς τροφοδοτεί με ανανεωμένη ενέργεια και κάθε εκπνοή μάς απαλλάσσει από την παλιά, στάσιμη ενέργεια. Προσπάθησα να αφομοιώσω τα λόγια της, αλλά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Σκεφτόμουν με αγωνία πώς θα διάνυα με το ποδήλατό μου τα πέντε χιλιόμετρα που χώριζαν το Χέιτ-Άσμπερι από το σπίτι μου με μουσκεμένα ρούχα.

Την επόμενη μέρα ένιωθα ακόμα καλύτερα. Όπως υποσχόταν το σεμινάριο, αισθανόμουν μια ηρεμία και μια γαλήνη που είχα καιρό να βιώσω. Κοιμήθηκα καλά. Τα μικροπροβλήματα της καθημερινότητας δεν με ενοχλούσαν τόσο πολύ.

Η ένταση στους ώμους και στον αυχένα μου είχε υποχωρήσει. Αυτή η επίδραση κράτησε μερικές μέρες, ώσπου σταδιακά άρχισε να ξεθωριάζει.

Τι ακριβώς είχε συμβεί; Άραγε, για να πυροδοτηθεί μια τόσο βαθιά αντίδραση ήταν αρκετό να καθίσει κανείς οκλαδόν στο πάτωμα ενός αλλόκοτου σπιτιού και να αναπνέει επί μία ώρα;

Την επόμενη εβδομάδα πήγα ξανά στο σεμινάριο. Η εμπειρία ήταν ίδια, μόνο που αυτή τη φορά ο ιδρώτας δεν έτρεχε ποτάμι. Δεν ανέφερα τίποτε απ’ όλα αυτά στους συγγενείς και στους φίλους μου. Όμως προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς είχε συμβεί – και δεν εγκατέλειψα αυτή την προσπάθεια για ένα διάστημα αρκετών χρόνων ύστερα από εκείνη την εμπειρία.

Μέσα σε αυτό το διάστημα επισκεύασα το σπίτι μου, βγήκα από τη μαύρη τρύπα που με είχε ρουφήξει και ανακάλυψα ένα στοιχείο που ίσως με βοηθούσε να βρω απαντήσεις σε ορισμένα από τα ερωτήματά μου για την αναπνοή.

Ταξίδεψα στην Ελλάδα για να γράψω μια ιστορία σχετικά με την ελεύθερη κατάδυση, την αρχαία πρακτική της κατάδυσης εκατοντάδες μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας με μόλις μία ανάσα. Ανάμεσα στις καταδύσεις πήρα συνεντεύξεις από δεκάδες ειδικούς, ελπίζοντας να κατανοήσω τι ακριβώς έκαναν και ποιο ήταν το κίνητρό τους. Ήθελα να μάθω πώς αυτοί οι διόλου καυχησιάρηδες άνθρωποι –προγραμματιστές, στελέχη διαφημιστικών εταιρειών, βιολόγοι και φυσικοί– είχαν εκπαιδεύσει το σώμα τους να αντέχει δώδεκα λεπτά χωρίς οξυγόνο και να καταδύεται σε βάθη που διέψευδαν τα επιστημονικά πορίσματα.

Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν μακροβούτια στην πισίνα, διανύουν μόλις τρία μέτρα σε μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα ανεβαίνουν στην επιφάνεια με την ανάσα τους κομμένη και τα αφτιά τους βουλωμένα. Οι ελεύθεροι δύτες μού είπαν ότι κάποτε ανήκαν σε αυτή την κατηγορία των «περισσότερων ανθρώπων». Η μεταμόρφωσή τους ήταν αποτέλεσμα εξάσκησης – είχαν εκπαιδεύσει υπομονετικά τους πνεύμονές τους να δουλεύουν πιο εντατικά, είχαν μάθει να αξιοποιούν το πνευμονικό δυναμικό τους, το οποίο είναι άγνωστο στους υπόλοιπους από μας. Επέμεναν ότι δεν ήταν προικισμένοι με κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, ότι οποιοσδήποτε υγιής άνθρωπος θα μπορούσε να καταδυθεί σε βάθος τριάντα, εξήντα, ακόμα και ενενήντα μέτρων, αρκεί να αφιέρωνε αρκετό χρόνο στην απαραίτητη εξάσκηση. Μου εξήγησαν ότι δεν έχει σημασία η ηλικία, το βάρος ή το γενετικό προφίλ σου. Για να γίνεις ελεύθερος δύτης το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να τελειοποιήσεις την τέχνη της αναπνοής.

Η αναπνοή γι’ αυτούς τους ανθρώπους δεν ήταν μια αυτόματη λειτουργία – δεν ήταν κάτι που συνέβαινε ασυνείδητα. Ήταν μια δύναμη, ένα γιατρικό, ένας μηχανισμός που τους επέτρεπε να αποκτούν σχεδόν υπεράνθρωπες ιδιότητες.

«Οι τρόποι αναπνοής είναι τόσοι όσες και οι τροφές που καταναλώνουμε», μου είπε μια εκπαιδεύτρια που είχε κατορθώσει να κρατήσει την αναπνοή της για διάστημα μεγαλύτερο από οχτώ λεπτά και μια φορά είχε καταδυθεί κάτω από τα ενενήντα μέτρα. «Και κάθε τρόπος αναπνοής επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο το σώμα μας». Ένας άλλος δύτης μού είπε ότι ορισμένες αναπνευστικές μέθοδοι ενισχύουν τον εγκέφαλο, ενώ άλλες σκοτώνουν τους νευρώνες· ορισμένες μάς χαρίζουν υγεία, ενώ άλλες επισπεύδουν τον θάνατό μας.

Όταν δεν ήμουν απασχολημένος με τις υποθαλάσσιες έρευνές μου, συνήθως αργά το βράδυ, διάβαζα στοίβες βιβλίων σχετικά με αυτό το θέμα.  Το υλικό που βρήκα ήταν αρκετό για να γεμίσει τα ράφια μιας δημόσιας βιβλιοθήκης. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα: Οι πηγές ήταν εκατοντάδων ή ακόμα και χιλιάδων ετών.

Εφτά βιβλία του κινεζικού Τάο, που χρονολογούνταν περίπου στο 400 π.Χ., ασχολούνταν αποκλειστικά με αυτό το θέμα και εξηγούσαν ότι η αναπνοή, ανάλογα με τη χρήση της, μπορεί να μας σκοτώσει ή να μας θεραπεύσει. Αυτά τα χειρόγραφα περιλάμβαναν λεπτομερείς οδηγίες που περιέγραφαν πώς μπορούμε να ρυθμίσουμε, να επιβραδύνουμε, να συγκρατήσουμε και να καταπιούμε την αναπνοή. Ακόμα παλιότερα οι ινδουιστές θεωρούσαν ότι η αναπνοή και το πνεύμα είναι ταυτόσημες έννοιες και πρότειναν περίπλοκες τεχνικές που είχαν στόχο να εξισορροπήσουν την αναπνοή και να συντηρήσουν τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία. Επιπλέον, οι βουδιστές δεν χρησιμοποιούσαν την αναπνοή μόνο για να εξασφαλίσουν μακροζωία, αλλά και για να φτάσουν σε ανώτερα επίπεδα συνειδητότητας. Για όλους αυτούς τους ανθρώπους, για όλους αυτούς τους πολιτισμούς, η αναπνοή ήταν ένα πανίσχυρο γιατρικό.

«Ως εκ τούτου, ο αναζητητής που εξελίσσει τη ζωή του εξευγενίζει τη μορφή του και εξελίσσει την αναπνοή του», γράφει ένα αρχαίο ταοϊστικό κείμενο. «Δεν είναι αυτονόητο;»

Όχι και τόσο. Προσπάθησα να διασταυρώσω αυτούς τους ισχυρισμούς ανατρέχοντας σε πιο πρόσφατες έρευνες της πνευμονολογίας, του ιατρικού κλάδου που –όπως δηλώνει και το όνομά του– ασχολείται με τους πνεύμονες και το αναπνευστικό σύστημα, αλλά δεν βρήκα παρά ελάχιστα στοιχεία. Σύμφωνα με αυτά, ο τρόπος αναπνοής δεν ήταν σημαντικός. Πήρα συνεντεύξεις από πολλούς γιατρούς, ερευνητές και επιστήμονες που επιβεβαίωσαν αυτή την άποψη:

Είτε αναπνέεις δέκα ή είκοσι φορές το λεπτό είτε αναπνέεις από το στόμα, από τη μύτη ή από ενδοτραχειακό σωλήνα, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Το ζητούμενο είναι να εισέρχεται οξυγόνο στον οργανισμό μας – από κει και πέρα το σώμα μας ξέρει τι πρέπει να κάνει.

Για να κατανοήσετε πώς αντιμετωπίζεται το θέμα της αναπνοής από τους σύγχρονους επαγγελματίες της υγείας, σκεφτείτε τον τελευταίο προληπτικό ιατρικό έλεγχο που κάνατε. Πιθανότατα ο γιατρός σάς μέτρησε την πίεση, τον σφυγμό και τη θερμοκρασία σας κι έπειτα σας ακροάστηκε με ένα στηθοσκόπιο για να εξετάσει τους πνεύμονες και την καρδιά σας. Ίσως σας έθεσε ερωτήσεις σχετικά με τη διατροφή σας, τη λήψη βιταμινών και τους στρεσογόνους παράγοντες στη δουλειά σας. Μήπως αντιμετωπίζετε προβλήματα πέψης; Πώς είναι ο ύπνος σας; Μήπως επιδεινώθηκαν οι εποχιακές αλλεργίες σας; Ή το άσθμα σας; Και πώς πάνε εκείνοι οι πονοκέφαλοι;

Όμως το πιθανότερο είναι ότι ο γιατρός σας δεν έλεγξε την αναπνευστική σας συχνότητα. Δεν έλεγξε την αναλογία οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα σας. Ο τρόπος αναπνοής σας και η ποιότητα κάθε ανάσας σας δεν περιλαμβάνονταν στη λίστα του.

Παρ’ όλα αυτά, αν πιστέψουμε όσα λένε οι ελεύθεροι δύτες και τα αρχαία κείμενα, ο τρόπος που αναπνέουμε επηρεάζει τα πάντα. Πώς γίνεται κάτι να είναι τόσο σημαντικό και συνάμα τόσο ασήμαντο;

Συνέχισα την αναζήτησή μου, και σταδιακά άρχισε να ξεδιπλώνεται μια ιστορία. Όπως ανακάλυψα, δεν ήμουν ο μόνος που είχε αρχίσει πρόσφατα να ψάχνει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Όσο εγώ ξεφύλλιζα κείμενα και έπαιρνα συνεντεύξεις από ελεύθερους δύτες και ανθρώπους που είχαν τελειοποιήσει την τέχνη της αναπνοής, αρκετοί επιστήμονες του Χάρβαρντ, του Στάνφορντ και άλλων κορυφαίων πανεπιστημίων επιβεβαίωναν ορισμένες από τις πιο εξωφρενικές ιστορίες που είχα ακούσει. Όμως οι έρευνές τους δεν πραγματοποιούνταν σε πνευμονολογικά εργαστήρια.

Αυτές οι έρευνες για την αναπνοή διεξάγονταν αλλού: σε λασπώδεις χώρους ανασκαφής αρχαίων νεκροταφείων, σε ανακλινόμενες πολυθρόνες οδοντιατρείων και σε δωμάτια απομόνωσης ψυχιατρικών κλινικών. Με άλλα λόγια, σε μέρη όπου δεν θα περίμενε κανείς ότι θα διεξάγονταν πρωτοποριακές έρευνες σχετικά με μια βιολογική λειτουργία.

Μόνο λίγοι από αυτούς τους επιστήμονες είχαν ως αρχικό στόχο να μελετήσουν την αναπνοή. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όμως, το θέμα της αναπνοής εμφανιζόταν διαρκώς στον δρόμο τους. Ανακάλυψαν ότι η ικανότητά μας να αναπνέουμε άλλαξε μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες της ανθρώπινης εξέλιξης και ότι ο τρόπος που αναπνέουμε έχει επιδεινωθεί σημαντικά από τότε που ξεκίνησε η Βιομηχανική Εποχή. Διαπίστωσαν ότι το 90% των ανθρώπων –πιθανότατα εγώ, εσείς και σχεδόν όλοι όσοι γνωρίζουμε– δεν αναπνέει σωστά, γεγονός που είτε προκαλεί είτε επιβαρύνει πλήθος χρόνιων ασθενειών.

Για να αναφερθούμε και στα πιο αισιόδοξα νέα, ορισμένοι από αυτούς τους ερευνητές απέδειξαν επίσης ότι πολλές σύγχρονες ασθένειες –όπως το άσθμα, το άγχος, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), η ψωρίαση και άλλες παθήσεις– μπορούν είτε να ελεγχθούν είτε να θεραπευτούν αν αλλάξουμε τον τρόπο που εισπνέουμε και εκπνέουμε.

Αυτές οι έρευνες ανέτρεψαν παγιωμένες πεποιθήσεις της δυτικής ιατρικής επιστήμης. Ναι, τα διαφορετικά μοτίβα αναπνοής μπορούν πράγματι να επηρεάσουν το βάρος μας και τη συνολική υγεία μας. Ναι, ο τρόπος που αναπνέουμε πράγματι επιδρά στο μέγεθος και στη λειτουργία των πνευμόνων μας. Ναι, η αναπνοή πράγματι μας επιτρέπει να παρέμβουμε στο νευρικό μας σύστημα, να ελέγξουμε την ανοσολογική μας απόκριση και να βελτιώσουμε την υγεία μας.

Ναι, αν αλλάξουμε τον τρόπο που αναπνέουμε, πράγματι θα ζήσουμε περισσότερο.

Δεν έχει σημασία τι τρώμε, πόσο ασκούμαστε, πόσο ανθεκτικά είναι τα γονίδιά μας, πόσο αδύνατοι, νέοι ή σοφοί είμαστε – τίποτε από όλα αυτά δεν έχει σημασία αν δεν αναπνέουμε σωστά. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν οι ερευνητές. Ο χαμένος πυλώνας της υγείας είναι η αναπνοή. Από κει ξεκινούν όλα.

Το βιβλίο «Ανάσα» αποτελεί μια επιστημονική περιπέτεια εξερεύνησης της λησμονημένης τέχνης και επιστήμης της αναπνοής. Διερευνά τη μεταμόρφωση που συντελείται στο σώμα μας κάθε 3,3 δευτερόλεπτα – όσο διαρκούν, δηλαδή, η εισπνοή και η εκπνοή του μέσου ανθρώπου. Εξηγεί πώς τα δισεκατομμύρια μόρια που εισπνέουμε με κάθε ανάσα έχουν δομήσει τα οστά, τις μυϊκές ομάδες, το αίμα, τον εγκέφαλο και τα όργανά μας. Παρουσιάζει τη νέα επιστήμη που αποδεικνύει πώς αυτά τα μικροσκοπικά σωματίδια μπορούν να επηρεάσουν την υγεία και την ευτυχία μας όχι μόνο για μία μέρα, αλλά για εβδομάδες, μήνες, χρόνια, ακόμα και δεκαετίες από σήμερα.

Γιατί, όμως, χρειάζεται να μάθω πώς να αναπνέω; Στο κάτω κάτω, αναπνέω από τότε που υπάρχω.

Στην πορεία αυτού του βιβλίου, όταν θα έχετε πάρει πλέον χίλιες ανάσες, θα έχετε κατανοήσει γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος είναι το μοναδικό είδος που έχει εδώ και χρόνια στραβά δόντια και γιατί αυτό το γεγονός σχετίζεται με την αναπνοή. Θα έχετε μάθει πώς χάσαμε την ικανότητα να αναπνέουμε σωστά στην πάροδο των ετών και γιατί οι πρόγονοί μας δεν ροχάλιζαν όταν κοιμούνταν στις σπηλιές τους.

Όταν θα έχετε πάρει πλέον τρεις χιλιάδες ανάσες, θα έχετε μάθει τα βασικά για τη θεραπευτική αναπνοή. Αυτές οι τεχνικές απαιτούν χρόνο και εξάσκηση, αλλά είναι κατάλληλες για όλους – ηλικιωμένους και νέους, ασθενείς και υγιείς, πλούσιους και φτωχούς. Εφαρμόζονται εδώ και χιλιάδες χρόνια ως πρακτικές του ινδουισμού, του βουδισμού, του χριστιανισμού και άλλων θρησκειών, όμως μόλις πρόσφατα μάθαμε ότι μπορούν να μειώσουν την αρτηριακή πίεση, να βελτιώσουν τις αθλητικές επιδόσεις και να εξισορροπήσουν το νευρικό σύστημα.

Όταν θα έχετε πάρει πλέον έξι χιλιάδες ανάσες, θα βρίσκεστε στη χώρα της πραγματικής, συνειδητής αναπνοής. Θα ταξιδέψετε πέρα από το στόμα και τη μύτη και θα φτάσετε ως τους πνεύμονες.

Όταν θα έχετε πάρει πλέον οχτώ χιλιάδες ανάσες, θα έχετε ταξιδέψει ακόμα πιο βαθιά στο σώμα, για να παρέμβετε –όσο απίστευτο κι αν σας φαίνεται– στο νευρικό σύστημα. Θα ανακαλύψετε τη δύναμη της υπέρπνοιας. Θα γνωρίσετε πνευμονοναύτες που χρησιμοποίησαν την αναπνοή για να θεραπευτούν από τη σκολίωση, να αντιμετωπίσουν αυτοάνοσα νοσήματα και να υπερθερμάνουν το σώμα τους σε θερμοκρασίες περιβάλλοντος κάτω από το μηδέν.

Όταν θα έχετε πάρει πλέον δέκα χιλιάδες ανάσες και θα έχετε φτάσει στο τέλος αυτού του βιβλίου, θα έχουμε μάθει μαζί πώς ο αέρας που εισέρχεται στους πνεύμονές μας επηρεάζει κάθε στιγμή της ζωής μας και πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε πλήρως τη δύναμή του μέχρι την τελευταία ανάσα μας.

Σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, στη διάρκεια της ζωής σας θα πάρετε 670.000.000 ανάσες. Ίσως έχετε ήδη πάρει τις μισές από αυτές. Ίσως έχετε φτάσει στις 669.000.000 ανάσες. Και ίσως θέλετε να πάρετε μερικά εκατομμύρια ανάσες παραπάνω.

Ανάσα: Πώς η ξεχασμένη επιστήμη της αναπνοής θα κάνει τη ζωή σου καλύτερη: Ανακαλύψτε το!

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *