Το καρτέρι της ομορφιάς

Η Βίκυ έμενε μόνη της σ’ ένα μικρό υπόγειο διαμέρισμα κοντά στο σπίτι μου. Κάναμε συχνά παρέα και μου είχε διηγηθεί την ιστορία της.Ήταν γύρω στα είκοσι και δούλευε στην κουζίνα μιας συνοικιακής ταβέρνας. Λεπτή, ψηλή, με πυκνά σγουρά μαλλιά και κάτι μεγάλα μάτια γεμάτα μ’ ένα παράξενο, χλωμό φως. Σαν να μεσουρανούσαν μέσα τους βουρκωμένα φεγγάρια.

Η Βίκυ είχε ένα πρόβλημα στην κίνησή της, κι ήταν αυτό τελικά που της καθόριζε, ως ένα σημείο, τη ζωή. Έσερνε ελαφρά το δεξί της πόδι.

«Αν δεν γεννιόμουν μ’ αυτό το κουσούρι, η ζωή μου θα ήταν διαφορετική. Αλλά το λάθος της φύσης το πλήρωσα, και το πληρώνω, πολύ ακριβά. Ακόμα και στη δουλειά έχω ακούσει συνάδελφό μου να λέει πίσω από την πλάτη μου: “Ρώτα την κουτσή. Εκείνη ξέρει…”

»Δεν υπάρχει λόγος να ζοριστεί ο άλλος για να θυμηθεί τ’ όνομά σου. Αφού υπάρχει φαρδιά πλατιά στη ράχη σου η ταμπέλα που σε ξεχωρίζει. Έχω φίλους και παρέες, αλλά κανένα αγόρι δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά για μένα. Είμαι μόνη μου σ’ αυτό τον απέραντο κόσμο. Αισθάνομαι πως βρίσκομαι στ’ αζήτητα της ζωής.

»Βλέπω τις φίλες μου να διασκεδάζουν, να χορεύουν, να φλερτάρουν κι εγώ ζαρώνω σαν το πληγωμένο σκυλί και παρακολουθώ. Ήθελα να είμαι ανάμεσά τους. Να σκαρφαλώνω στα βουνά, να κολυμπώ στα βαθιά, να χορεύω. Να συμμετέχω σ’ όλα τα παιχνίδια της νιότης. Κουβαλώ μέσα μου μια ερημιά. Οι άλλοι τρέχουν στον δρόμο της ζωής. Κι εγώ σέρνω το πόδι μου και μένω πάντα πίσω τους. Ποτέ δεν θα μπορέσω να τους φτάσω.

»Η μοίρα μου, την ώρα που γεννήθηκα, έβαλε ένα χι στη ζωή μου».

Την ιστορία της μου την είχε διηγηθεί από τις πρώτες κιόλας μέρες που κάναμε παρέα.
«Κάποιο χέρι με πέταξε μια νύχτα στη βρεφοδόχο ενός ιδρύματος. Δεν ξέρω αν ήταν το χέρι της γυναίκας που με γέννησε ή κάποιο άλλο που έκανε κουμάντο στη ζωή της. Κανείς δεν βρέθηκε να με πληροφορήσει γι’ αυτό. Για τα περισσότερα παιδιά στο ίδρυμα υπήρχε ένα ιστορικό. Εγώ ήμουν το παιδί του χάους. Πώς ξεφύτρωσα σαν μανιτάρι σε αφιλόξενο χώμα… Ποιος με πέταξε και γιατί…

»Μεγάλωνα με τις φροντίδες του ιδρύματος. Όλα τα παιδιά ήμαστε στη σκέπη της ίδιας περίπου μοίρας. Δεν είχε έρθει η ώρα να σκαλίζουμε και να ψάχνουμε για απαντήσεις. Παίζαμε, γελούσαμε, τραγουδούσαμε.

»Κι όταν ερχόταν κάποιο ζευγάρι για να διαλέξει παιδί, τρέχαμε όλα μαζί με λαχτάρα, νομίζοντας το καθένα ότι ήρθαν να το πάρουν οι γονείς του.

»Θυμάμαι μια όμορφη κυρία που, μόλις την είδα, πήγα κοντά της και τρύπωσα στη φούστα της. Συγκινήθηκε η όμορφη κυρία και με χάιδεψε.

»“Τι χαριτωμένο κοριτσάκι!” είπε στην υπεύθυνη. “Κρίμα όμως… Έχει πρόβλημα το ποδαράκι του, ε;”

»Μ’ έκανε με τρόπο πιο πέρα και πλησίασε ένα άλλο κοριτσάκι.

»Θυμάμαι επίσης μια άλλη κυρία που, όπως την είχα κοντέψει και της τριβόμουνα, είπε κι αυτή στην υπεύθυνη: “Γλυκό μου παιδάκι… Μα… πώς πάει έτσι σαν ζυγαριά…”

»Όλοι οι επίδοξοι γονείς έρχονταν εκεί πέρα με τ’ όνειρο να βάλουν στο σπίτι τους μια ευτυχία. Όχι βέβαια για ν’ αποκτήσουν μια ζυγαριά. Έμεινα στα αζήτητα. Κι όταν έφτασε η ώρα να πάω σχολείο, μ’ έδωσαν σε μια ανάδοχο οικογένεια. Φτωχοί άνθρωποι. Είχαν ακόμα δύο παιδιά, μεγαλύτερα από μένα. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.

»Με φρόντιζαν όσο μπορούσαν, ποτέ όμως δεν μ’ έκαναν να αισθανθώ ισότιμη με τα παιδιά τους. Ούτ’ αυτά μ’ έκαναν πολλή παρέα. Όταν πηγαίναμε στην αλάνα της γειτονιάς για παιχνίδι, εγώ καθόμουνα την περισσότερη ώρα στο παγκάκι. “Να ’ρθω κι εγώ;” τους φώναζα. “Εσύ δεν μπορείς”, μ’ απαντούσαν.

»Είχα αρχίσει να ζηλεύω και ν’ αντιδρώ στην απόρριψη μ’ όποιον τρόπο μπορούσα. Έβγαζα γλώσσα στη “μαμά”, τσακωνόμουνα με “τ’ αδέλφια”.

»Μια μέρα άκουσα που κουβέντιαζαν οι “γονείς” στην κουζίνα. Δεν είχαν προσέξει πως ήμουν στο απέναντι δωμάτιο και η πόρτα ήταν ανοιχτή.

»“Τι θα γίνει με τη Βίκυ; Δημιουργεί συνεχώς προβλήματα και τα παιδιά δεν τη θέλουν. Εγώ νομίζω πως δεν μπορεί να μείνει άλλο εδώ”. Η “μαμά”!

»“Το ξέρω, βρε γυναίκα. Είναι βάρος. Αλλά τι να κάνουμε. Λίγη υπομονή ακόμα. Βλέπεις, το ’χουμε ανάγκη αυτό το επίδομα…» Ο “μπαμπάς”!

»Ήμουν η ζυγαριά… Το βάρος… Το επίδομα…

»Σε λίγο καιρό έφυγα απ’ αυτό το σπίτι και πήγα σ’ ένα άλλο ίδρυμα για ανήλικα κορίτσια. Έμεινα εκεί μέχρι που ενηλικιώθηκα. Είχα αρκετή φροντίδα, αλλά δεν είχα την αγάπη και τη θαλπωρή που έχει ανάγκη κάθε ανθρώπινη ψυχή για να ξεμυτίσει και να βγει στη ρούγα. Έσερνα ένα μισερό πόδι και μια ζαρωμένη ψυχή.

»Το ίδρυμα, όταν έφτανε κάποιο κορίτσι στην ενηλικίωση, του ’βρισκε δουλειά και το βοηθούσε οικονομικά μέχρι να βρει τον δρόμο του. Εκεί μαθαίναμε και κάποιες τέχνες, αν το θέλαμε. Οι περισσότερες μάθαιναν κομμώτριες, μοδίστρες. Εμένα μ’ άρεσε η μαγειρική. Γι’ αυτό δουλεύω στις ταβέρνες.

»Έκανα πολλές φίλες σ’ αυτό το ίδρυμα. Αναπνέαμε όλες τα χνότα της σκληρής μας μοίρας και βρίσκαμε παρηγοριά η μια στην άλλη. Ξέρεις, η δυστυχία είναι πολύ φιλόξενη! Κάποιες είχαν βρει στην άκρη της προέλευσής τους σ’ αυτό τον άδικο κόσμο. Ανακάλυψαν γονείς, συγγενείς, αδέλφια… Όχι ότι όλες αυτές οι ανακαλύψεις είχαν αίσιο τέλος, ε;

»Μια φίλη μου, όταν βρήκε ύστερα από χρόνια τη μητέρα της κι έμαθε ότι την είχε εγκαταλείψει για να φύγει με τον εραστή της, πήγε και της έδωσε ένα γερό μπερτάκι… Έστω και με καθυστέρηση, έβγαλε το άχτι της.

»Μια άλλη, όταν πήγε κι αυτή να γνωρίσει τη μάνα της, αντί για καρδιά βρήκε έναν τοίχο που δεν είχε ούτε μια μικρή χαραμάδα για να τρυπώσει μέσα.

»“Εξαφανίσου”, της είπε, “γιατί έχω κάνει οικογένεια και δεν γνωρίζει κανείς την ύπαρξή σου. Δεν θα μου χαλάσεις εσύ το σπίτι μου. Σ’ άφησα γιατί είχα μπλέξει μ’ έναν αλήτη. Ήμουν μια κοπέλα από χωριό. Αν μάθαινε ο αδελφός μου ότι γέννησα παιδί, θα με σκότωνε… Φύγε τώρα. Θα ’ρχομαι εγώ, όποτε μπορώ, να σε συναντώ κρυφά…”

»Δεν πήγε ποτέ. Ούτε η φίλη μου την ξαναενόχλησε… Τέτοιες ιστορίες να σου λέω μέχρι αύριο…

»Δεν πιστεύω ότι θ’ αλλάξει πλευρό η δική μου μοίρα. Εκεί θα σέρνομαι κούτσα κούτσα, σ’ ένα σκοτεινό τούνελ, που μόνο με τη φαντασία μου θα βλέπω στην άκρη του λίγο φως…»

Όταν μου ’λεγε την ιστορία της, τα βουρκωμένα φεγγάρια που μεσουρανούσαν στα μάτια της βασίλευαν σε μια άγρια δύση.

Σε λίγο καιρό, εγώ άλλαξα σπίτι και πήγα σ’ άλλη γειτονιά. Χαθήκαμε με τη Βίκυ. Θα είχαν περάσει περίπου δύο χρόνια, όταν, όπως έμπαινα με την παρέα μου σ’ ένα καφέ, βλέπω στη γωνιά ένα σφιχταγκαλιασμένο ζευγαράκι να γελά και να χαριεντίζεται. Μου φάνηκε απίστευτη η ομοιότητα και πλησίασα να βεβαιωθώ. Ναι. Ήταν η Βίκυ μ’ ένα όμορφο αγόρι. Πέταξε σαν πεταλούδα κι έπεσε στην αγκαλιά μου.

«Έλα. Έλα να σου συστήσω τον Ιάσονα. Δεν είμαι πια μόνη μου».

Τα δύο φεγγάρια στα μάτια της είχαν γίνει φωτεινές πανσέληνοι. Έλαμπε ολόκληρη. Ακόμα κι από τα ρούχα της ξεχύνονταν ακτίνες χαράς. Δεν μπορούσαμε εκείνη την ώρα να πούμε περισσότερα. Της έδωσα τη διεύθυνσή μου κι ήρθε την άλλη μέρα στο σπίτι μου μ’ ένα γλαστράκι μενεξέδες.

«Σου το στέλνει ο Ιάσονας! Και σε περιμένουμε να ’ρθεις στο σπίτι μας να σου κάνουμε το τραπέζι…»

«Πες μου πώς έγινε… Τι έγινε…» τη ρωτούσα ανυπόμονη.

«Τον Ιάσονα τον γνώρισα στην ταβέρνα. Έπιασε δουλειά ως σερβιτόρος μετά που έφυγες εσύ από τα μέρη μας. Από την αρχή της γνωριμίας μας, κάτι μαγικό υπήρξε ανάμεσά μας. Εμένα μου άρεσε πολύ, και σαν άνθρωπος και σαν άντρας, αλλά δεν τολμούσα ν’ ανταποκριθώ στις προκλήσεις. Αυτός όμως επέμενε και σιγά σιγά μ’ έπεισε για τις καλές προθέσεις του.

»Είναι ένας θησαυρός ο Ιάσονας. Μ’ έκανε να μην αισθάνομαι πια ότι ανήκω στο περιθώριο της ζωής.

»“Είσαι το ταίρι της ψυχής μουˮ, μου λέει. “Σ’ αγαπώ γιατί είσαι αυτή που είσαι. Έτσι ακριβώς όπως είσαι”.

»“Μα”, του είχα πει στην αρχή, “δεν σε πειράζει που είμαι κουτσή;”

»Θύμωσε. “Αυτές τις βλακείες να μην τις ξαναπείς… Και… να σου πω και κάτι;” συμπλήρωσε χαμογελαστός. “Κι αυτό ακόμα που λες σου πάει. Σ’ εσένα μοιάζει σαν νάζι”.

»Ο Ιάσονας μου ’δωσε το χέρι του και μ’ έβγαλε από το σκοτεινό μονοπάρι της κόλασης που ζούσα. Με πήγε περίπατο στους μπαξέδες της ζωής, που εγώ περνούσα απ’ έξω κι ένιωθα ξένη.

»Δεν με νοιάζει πια ούτε από ποιους ήρθα ούτε πώς ήρθα σ’ αυτό τον κόσμο. Βρέθηκα απλώς. Και μ’ αρέσει. Κι οι ουρανοί, κι οι θάλασσες, και τα βουνά, όλα δικά μου είναι. Γιατί βρέθηκε κάποιος και μου τα χάρισε…»

Δεν χόρταινα να την κοιτάζω και να καμαρώνω την ευτυχία της. Κοίτα καρτέρι που στήνει πάντοτε η ομορφιά, σκεφτόμουνα, ακόμα και στους πιο σκοτεινούς δρόμους μιας κόλασης…

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα όμορφα τοπία της Κόλασης»:

βιβλία βασισμένα σε αληθινά γεγονότα

 

Υ.Γ. Ανακαλύψτε όλα τα βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκη

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *