Έλενα Ακρίτα – Και Κωνσταντίνου ΚΑΙ Ελένης;

Ένα κλασικό άρθρο από το νέο βιβλίο της Έλενας, «Τα Χειροποίητα»
Όταν ήμουν μικρή, πρώτον στράβωνα μονίμως στην ονομαστική μου γιορτή. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν θεωρούσα ποτέ τις ονομαστικές τόσο «γιορτές», όσο τα γενέθλια π.χ., που τα είχα ανέκαθεν σε τεράστια υπόληψη (όσο περνάν τα χρόνια τόσο η διαδικασία γίνεται αντιστρόφως ανάλογη). Δεύτερον, δεν μου άρεσε το όνομα «Έλενα» (που τώρα το λατρεύω), αλλά καθόλου όμως! Βέβαια, σε πιστοποιητικό γέννησης, ταυτότητα και διαβατήριο είμαι καταγεγραμμένη ως «Έλενα», όχι ως «Ελένη»! Κι αυτό γιατί με κάποιο μυστήριο τρόπο ο μπαμπάς στα βαφτίσια έπεισε τον παπά –την ώρα που εγώ ούρλιαζα έντρομη πάνω απ’ την κολυμβήθρα– να μην πει «βαπτίζεται η δούλη του Θεού Ελένη», αλλά «βαπτίζεται η δούλη του Θεού Έλενα».

Έλενα για πάντα, Ελένη ποτέ… Εμένα αυτό το όνομα δεν μου άρεσε. Ήθελα ένα πιο συμβατικό, πιο κοριτσίστικο, πιο ροζ ονοματάκι. Κι εκεί, γύρω στα τέσσερά μου χρόνια, αποφάσισα ερήμην των πάντων ότι με λένε Καιτούλα.

Προσοχή: όχι Κατερίνα, Κάτια, Κατίνα, Καίτη… Καιτούλα. «Βαπτίζεται η δούλη του Θεού Καιτούλα». Αδιαπραγμάτευτο αυτό!

Μιλάμε για εποχές που μας πήγαινε η μαμά μας να παίξουμε στις παιδικές χαρές κι όταν μας πλησίαζε ένας κύριος να μας τσιμπήσει το μαγουλάκι, η μάνα δεν τιναζότανε σαν αίλουρος απ’ το παγκάκι να χυμήξει πάνω στον παιδεραστή της περιφέρειάς της. Μας έλεγε βέβαια το κλασικό «δεν μιλάμε ποτέ σε αγνώστους που μας δίνουν σοκολάτα», αλλά δεν ήταν και με το πόδι έτοιμο για το κατοστάρι. Με πλησιάζανε λοιπόν οι «μεγάλοι» και μου κάνανε την πρωτότυπη ερώτηση: «Πώς σε λένε, χρυσούλι μου, εσένα;». Πολύ σχετικό αυτό. Αν ήταν δίπλα η μαμά μου με λέγανε «Έλενα». Αν ήταν δυο τρία μέτρα πιο κάτω με λέγανε «Καιτούλα». Γιατί τα μικρά κοριτσάκια με τα μαύρα λουστρινένια παπούτσια τα λένε Καιτούλες. Έλενες λένε τις μεγάλες κυρίες με τα ψηλά τακούνια. Αυτό δεν μου το ξεκόλλαγες απ’ το μυαλό μου, να χτυπιόσουνα κάτω.

Κάτι ακόμα που με χάλασε, πάααααρα πολύ όμως, ήταν όταν πήγα σχολείο και έμαθα ότι η αγία Ελένη ήταν μητέρα του αγίου Κωνσταντίνου. Μητέρα του, σιγά μην ήταν και γιαγιά του! Ο μικρόκοσμός μου έγινε συντρίμμια. Διότι εγώ αλλιώς το είχα πλάσει το παραμύθι στο μυαλό μου. Ότι η Ελένη ήταν μια κουκλάρα, μια θεά, μια δίμετρη, που, όταν περπάταγε, τρίζανε τα πλακάκια και τρακάρανε οι νταλίκες! Κι εκεί που πάει στην Ερμού για ψώνια, πέφτει πάνω σ’ έναν επίσης κούκλο, θεό, δίμετρο και της πέφτουνε τα ψώνια κάτω. Ακριβώς όπως στο σινεμά. Σκύβει ο θεός, της μαζεύει τα πακέτα, την κοιτάζει, παθαίνουν έναν κεραυνοβόλο έρωτα οξύ σαν περιτονίτιδα, παντρεύονται κι αυτός την κάνει βασίλισσα. Και μετά αγία! Κι ότι αυτός ήταν ο Κωνσταντίνος! Ο έρωτάς της ο αγιάτρευτος – όχι ο γιος της, για όνομα δηλαδή! (Το ξέρω ότι όλα αυτά ακούγονται σουρεάλ, αλλά στα τέσσερα και στα πέντε μου είχα μια εντελώς υποκειμενική προσέγγιση του παράγοντα «θρησκεία».)

Ομολογώ ότι δεν πρόλαβα τις εποχές που οι άνθρωποι στις ονομαστικές εορτές κάνανε βεγγέρες. «(Βεγγέρες», τι όμορφη λέξη αλήθεια!) Τότε που τηλέφωνο είχε μόνο ο περιπτεράς της γειτονιάς και οι εορτάζοντες φόραγαν τα καλά τους και άνοιγαν το σπίτι τους σε συγγενείς και φίλους!

Απ’ τις ασπρόμαυρες ταινίες στην τηλεόραση έμαθα την ιεροτελεστία του γλυκού του κουταλιού. Καλά που δεν το έζησα, πολύ με άγχωνε το τελετουργικό. Έρχεται ο ασημένιος δίσκος με το γλυκό κυδώνι και το ποτήρι με κρύο νερό. Η οικοδέσποινα δεν το ακουμπάει δίπλα στον καλεσμένο, να το φάει ο άνθρωπος με την ησυχία του, κατσικώνεται μπάστακας πάνω απ’ το κεφάλι του, τον καρφώνει με το βλέμμα και περιμένει. Αυτός πρέπει να το τσακίσει επιτόπου (κι είναι και μεγάλα αυτά, στον λαιμό σού κάθονται), να το καταπιεί μες στο στρες, να πιει το νερό και να πει «γεια στα χέρια σας». Όλα αυτά σε 30 δευτερόλεπτα. Αυτό δεν είναι τρατάρισμα, αυτό είναι το Γκουαντάναμο! Και μετά γινόταν αυτό που έχουμε ξεχάσει πια: η «χαζοκουβέντα». Πολιτικά, ποδόσφαιρο, πατρόν για μοντελάκια, το παιδί που δεν τρώει το γιαούρτι, η Νίκη που έπιασε τον άντρα της με άλλην, το σπιτάκι με αυλή που ο τυχεράκιας το ’δωσε αντιπαροχή.

Δεκαετία του ’50, αστυφιλία, μετανάστευση, χώρα ρημαγμένη από εμφύλιους, άνθρωποι με ουλές και τραύματα βαθιά στην ψυχή τους και μια Βουγιουκλάκη να τους κλείνει το μάτι στο άπιαστο όνειρο. Όχι, δεν τα πρόλαβα, αλλά τα κληρονόμησα… όπως όλοι μας.

Επίσης ντρέπομαι που το ομολογώ, αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς είναι το περίφημο φοντανάκι. Το έχω ακουστά, αλλά δεν θυμάμαι να το έχω φάει ποτέ. Το φοντανάκι πρέπει να τα ’χει τα χρονάκια του λογικά. Κάπου στην πορεία έσβησε από τον χάρτη. Αν υπήρξε ποτέ…

Αντίθετα, είμαι η γενιά της βυσσινάδας και του μαρόν γκλασέ. Πουλάνε ακόμα μαρόν γκλασέ; Κι άντε και πουλάνε, θα μου άρεσαν ακόμα;

Τώρα πια οι βεγγέρες αντικαταστάθηκαν από τα SMS στα κινητά τηλέφωνα· τυποποιημένα μηνύματα που στέλνονται σε 100 παραλήπτες μαζί. Σε 50 Κωνσταντίνους και 50 Ελένες, και που εξίσου απρόσωπα απαντιούνται. «Χρόνια πολλά, υγεία, ευτυχία», «Ευχαριστούμε, να ’στε πάντα καλά». Δεν υπάρχει λόγος, δεν υπάρχει βλέμμα, δεν υπάρχει άγγιγμα, δεν υπάρχει σταυρωτό φιλί. Υπάρχει μόνο το «θαύμα» της κινητής τηλεφωνίας… που αντικαθιστά το φοντάν. Όμως, τελικά, «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλο τα ίδια μένουν»… Κι αν ψάξουμε, όλο και κάπου θα τα βρούμε… Βλέμματα, αγγίγματα, σταυρωτά φιλιά… Κάπου υπάρχουν… κάπου εμμένουν κι επιμένουν…

Κι αυτό δεν σας το λέει η Έλενα, αυτό σας το λέει η Καιτούλα!

ΥΓ: Ανακαλύψτε κι εσείς τα Χειροποίητα όπου η Έλενα Ακρίτα επιλέγει τα καλύτερά της κείμενα από όλη τη συγγραφική της πορεία.  

 

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *