Θάλασσες μας χώρισαν…

Το βιβλίο μου «Θάλασσες μας χώρισαν» γεννήθηκε από την αιφνίδια επιθυμία μου να υπηρετήσει δύο στόχους. Από την μια, να ταξίδέψει τον αναγνώστη σε μέρη που έχουν αγαπηθεί αλλά και σε χρονικές περιόδους που άφησαν τη σφραγίδα τους στο κοινωνικό-ιστορικό γίγνεσθαι, και από την άλλη για να καταδειχτούν ανθρώπινες συμπεριφορές υπό το βάρος δύσκολων περιστάσεων.


Μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων Ανατολής περασμένες με αρκετές πινελιές Αιγαίου, οι ήρωες του βιβλίου θα φανερώσουν τις αδυναμίες τους προσκαλώντας τον αναγνώστη να τις αποδεχτεί ή να τις καταδικάσει. Απώλεια, ξεριζωμός από την αγαπημένη πατρίδα αλλά και από την πατρίδα υποδοχής, ζήλεια, προδοσία, κατάθλιψη, παντελής απουσία μητρικής αγάπης κι ένα δυνατό αδελφικό δέσιμο καμουφλαρισμένο σε φθόνο. Αυτή ήταν η δική μου αρχή της περιπέτειας!
Με σωστές δόσεις αγωνίας και ενθουσιασμού μπήκα σε μια νοερή χρονοδίνη και ξεκίνησα το ταξίδι μου από τη Σύμη εν τω μέσω της Ιταλικής κυριαρχίας, αιωρήθηκα πάνω από την Κωνσταντινούπολη και την Αλεξάνδρεια, πέρασα ξώφαλτσα την Ικαρία για να καταλήξω και πάλι στο ίδιο σημείο ολοκληρώνοντας τον κύκλο ζωής των βασικών ηρώων μου.
Μιλώντας για ήρωες. Είχαν και αυτοί τις δυσκολίες τους. Τα προσωπικά τους προβλήματα γίνονταν αλυσίδες που τους βάραιναν, κι όλα αυτά εν τω μέσω ταραγμένων περιόδων της ιστορίας. Έπρεπε να τους κατανοήσω ώστε να κατορθώσω να αποδεσμευτώ από αυτούς, χωρίς να βουλιάξω από τα βάρη που κουβαλούσαν στις καρδιές τους. Πόσο εύκολο είναι όμως να παραμείνω άκαμπτη μπροστά σε ανθρώπους παγιδευμένους που εκπλιπαρούν για συγχώρεση; Τους αξίζει να τους την προσφέρω μέσα από τις δικές μου μαύρες αράδες; Και αν τελικά τους κάνω την χάρη, οι ίδιοι θα μπορέσουν ποτέ να συγχωρήσουν τον εαυτό τους;
Παράλληλα με τα ατοπήματα των ηρώων συμπορεύεται σαν ξενιστής η αγάπη. Βασάνισα μέσα μου την σκέψη αν μπορεί αυτό το υπέροχο συναίσθημα να υπερβεί τις αδυναμίες, να μαντάρει τις πληγωμένες καρδιές βοηθώντας τους ήρωες να αλλάξουν σελίδα στη ζωή τους. Κι εκεί κάπου, η κατάθλιψη που βίωσε μια από τις ηρωίδες μου. Δύσκολο να αποτυπώσω στο χαρτί τη βαθιά οδύνη της, την έλλειψη επιθυμίας για ζωή που την διακατείχε, την ανικανότητά της να σταθεί μάνα στα παιδιά της, το χάσιμο του ίδιου της του εαυτού.
Στο αντίποδα της απάθειας και της παραίτησης, προέκυψε ένα άλλο συναίσθημα, βίαιο, σαρωτικό. Ένας φόνος που με ξένισε παρόλο που διαπράχθηκε εν βρασμό ψυχής. Έμοιαζε τόσο ανάξιο του ήρωά μου να τον τελειώσω απλά με μια μακάβρια περιγραφή. Στάθηκα πάνω από το πτώμα του σαν θεατής προσπαθώντας να δω το φως να σβήνει από τα μάτια του. Άραγε αν γύριζε πίσω την ταινία της ζωής του θα διάλεγε μια διαφορετική κατεύθυνση που θα του επέτρεπε να ζήσει; Κι ο φονιάς; Έπρεπε να τον «διαβάσω». Τι ένιωσε; Χαρά; Ανακούφιση; Θλίψη; Οργή; Τύψεις;

Αγαπητοί πρωταγωνιστές του βιβλίου this is the end. Δεν θα σας ξαναδώ κι ούτε εσείς θα με ξαναδείτε, θα έχετε όμως πάντα μια θέση στο μυαλό μου.

Ιφιγένεια Τέκου

fa542e9157fa42660fda9fe6c61f4636

 

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *