Συγγραφέας του μήνα: Κυριάκος Αθανασιάδης

1. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το βιβλίο σας;
Η ιδέα είναι πολύ παλιά, είχα σκεφτεί την ιστορία ακριβώς ως έχει πολλά χρόνια πριν, αν και γράφηκαν και εκδόθηκαν άλλα βιβλία στη θέση της, για λόγους που ποτέ δεν γνωρίζουμε ακριβώς. Όλοι ξέρουμε τα παιδιά των φαναριών, όμως εμένα μού τριβέλιζε πάντα το μυαλό μια κοινωνία παιδιών που ζουν έξω, πέρα από τη δική μας: μακριά. Σε ένα ταξίδι μου στην Τουρκία είχα δει κάποτε αστυνομικούς να προσπαθούν να πιάσουν μια συμμορία ανηλίκων που πουλούσαν εμφανώς κλεμμένα κινητά τηλέφωνα και διάφορα άλλα μικροπράγματα στους περαστικούς: ήταν εντυπωσιακός ο τρόπος που κάποια παιδιά, αθέατα ώς τότε, έσπευσαν για να ελευθερώσουν τους συντρόφους τους μέσα από τα περιπολικά — ήταν κάπου εκεί όλην εκείνη την ώρα, κρυμμένα, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο. Αργότερα έμαθα για τις ομάδες παιδιών που ζούσαν σε υπόγειες στοές της Μόσχας, κυριολεκτικά στους υπονόμους, εθισμένα σε ουσίες και μεγαλωμένα πριν την ώρα τους, και θορυβήθηκα επειδή το είχα σκεφτεί πριν το διασταυρώσω με την πραγματικότητα. Ακόμη πιο μετά, διάβασα κάπου στο Ίντερνετ για συμμορίες παιδιών που μιμούνταν τις κοινωνίες των μεγάλων σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Έμεναν επίσης κάτω από την επιφάνεια και επικοινωνούσαν με διάφορους εναλλακτικούς τρόπους μεταξύ τους — είχαν μάλιστα επινοήσει και μία υποτυπώδη θρησκεία: όπως συμβαίνει και στην «Κόκκινη Μαρία». Είναι αστείο και παράδοξο, και κάπως ανατριχιαστικό, αλλά έτσι συνέβη.

2. Ποια είναι η εναρκτήρια πρόταση του βιβλίου;
Είναι αρκετά μεγάλη: «Μια γραμμή, ένα λεπτό αυλάκι, χάραξε το χνώτο στο τζάμι, κι έπειτα κι άλλη, κι άλλη (ή να ’ταν μονοκοντυλιά; δύσκολο να πεις), κι ένα πρόσωπο εμφανίστηκε από το πουθενά πάνω στο παράθυρο του αυτοκινήτου που είχε σταματήσει στο φανάρι: το χαμογελαστό πρόσωπο μιας γυναίκας με μακριά μαλλιά, και με το βλέμμα της χαμηλωμένο. Μιας όμορφης γυναίκας, λίγο λυπημένης• ή μόνης».

3. Θα μας δώσετε μια σύντομη περιγραφή της υπόθεσης;
Το περίγραμμα —η κοινωνία των παιδιών που ζει απομονωμένη από μας— το έδωσα πριν. Η ιστορία, από την άλλη, έχει να κάνει με τον έρωτα που νιώθει να φουντώνει μέσα του ένας δωδεκάχρονος για ένα πολύ μικρότερό του κοριτσάκι που ζητιανεύει στα φανάρια. Ζητά από τον πατέρα του να το πάρουν σπίτι τους για να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα, όταν όμως εκείνος το γυρίζει πίσω, ο μικρός επαναστατεί, το σκάει από το σπίτι του και πάει να τη βρει. Το κοριτσάκι όμως το ψάχνουν και άλλοι. Και όχι όλοι τους για καλό.

4. Με ποιον μοιραστήκατε για πρώτη φορά το χειρόγραφο; Πώς αντέδρασε;
Με τη σύντροφό μου. Συγκινήθηκε· νομίζω έκλαψε. Και χάρηκε μαζί.

5. Αν μπορούσατε να στείλετε στον εαυτό σας μια επιστολή την πρώτη ημέρα που ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο, τι θα έλεγε;
Να είμαι προετοιμασμένος για πολλές ώρες δουλειάς —δουλειάς αρκετής για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα— που δεν θα φαίνονταν στον όγκο του βιβλίου. Ευτυχώς που δεν την έστειλα, βέβαια, λογικά θα είχα απογοητευτεί. 🙂

6. Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρο που έχετε για το βιβλίο σας;
Να έχει θετικό πρόσημο μέσα στην αγορά του βιβλίου. Το ίδιο εύχομαι για κάθε μου βιβλίο, αλλά και για τα βιβλία γενικώς. Όλες οι αγορές, όλες ανεξαιρέτως, είναι ευτύχημα να λειτουργούν εύρυθμα, με κέρδη για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά η αγορά του βιβλίου είναι εντελώς ειδική και, κυρίως η ελληνική, μικρή και εύθραυστη. Αγωνιώ γι’ αυτήν και επιθυμώ να πηγαίνει όσο πιο καλά γίνεται. Γι’ αυτό και στηρίζω όσο μπορώ τις κατά πολλούς «φτηνές» εκδόσεις, τα βιβλία χωρίς πολλές-πολλές απαιτήσεις: είναι ακριβώς αυτά που στηρίζουν τη βιβλιαγορά, και χάρη και μόνο σ’ αυτά εκδίδοντα και όλα τα άλλα βιβλία, αυτά που μένουν. Πολλά, αν όχι τα πάντα, σε μία χώρα κρίνονται από το πόσα και ποια βιβλία γράφονται, εκδίδονται και αγοράζονται από το κοινό.

7. Τρεις λέξεις που σας χαρακτηρίζουν ως συγγραφέα;
Τρεις λέξεις; «Τώρα αρχίζω, θαρρώ». 🙂

8. Η θέση της λογοτεχνικής κριτικής σήμερα;
Είναι πιο σημαντική από ποτέ. Γιατί έχει φύγει εδώ και λίγα χρόνια από τις τρεις-τέσσερις βασικές μας εφημερίδες (τα λογοτεχνικά περιοδικά μόνο ιστορικό ρόλο έπαιξαν, και εξακολουθούν να παίζουν, στην Ελλάδα, υπό την έννοια ότι αργούν να διαμορφώσουν έναν «λογοτεχνικό κανόνα», αν το κάνουν κι αυτό) και βρίσκεται πια στο Διαδίκτυο, στα δεκάδες βιβλιοφιλικά blog. Όρεξη και χρόνο να έχει κανείς για να τα ψάχνει, να τα μελετά, να τα συγκρίνει, να βλέπει και να μαθαίνει ποια απηχούν τη σκέψη του συντάκτη τους και ποια απλώς τού αποφέρουν άμεσα κέρδη, να διαβάζει από λιγότερο ή περισσότερο έγκριτους κριτικούς (από λιγότερο ή περισσότερο ερασιτέχνες ή «επαγγελματίες» αναγνώστες) πώς προσλαμβάνεται η σύγχρονη πεζογραφία (για να μείνω σ’ αυτήν) από ένα δυναμικό και εξωστρεφές κομμάτι τού κατεξοχήν κοινού της.

9. Τρία βιβλία που διαβάσατε τον τελευταίο χρόνο και σας άρεσαν;
Διάβασα ελάχιστα καινούρια βιβλία μέσα στο ’14, καθώς έχω επιδοθεί σε δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις παλιών μυθιστορημάτων που κατά κάποιον τρόπο πρέπει να δω με άλλο μάτι, πιο φρέσκο, πιο ενήλικο, γιατί θα τα χρειαστώ στο άμεσο μέλλον. Ανάμεσα στα φετινά αναγνώσματά μου ξεχωρίζουν το «Κύριε Διοικητά» του Romain Slocombe (εκδ. «Πόλις», 2014, μτφρ. Έφη Κορομηλά), ένα πολύ σκληρό βιβλίο για την Κατοχή και τους δωσιλόγους στη Γαλλία, η «Άγρια Ήπειρος» του Keith Lowe (εκδ. Ψυχογιός, μτφρ. Ιωάννης Χαλαζιάς) για τα παρεπόμενα του Β” Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, παρεπόμενα που υπήρξαν το ίδιο αποτρόπαια με τον ίδιο τον πόλεμο, και —για να ξεφύγουμε από την αγριάδα και το θάνατο— η «Πόλη» του Blake Crouch, που μάλιστα κυκλοφορεί από τη «Διόπτρα», πρώτο μέρος μιας τριλογίας που μεταφέρεται ήδη στην τηλεόραση από το κανάλι Fox σε παραγωγή του M. Night Shyamalan. Ανυπομονώ να διαβάσω τους επόμενους τόμους, αλλά φυσικά ανυπομονώ να δω και τη σειρά, που θα είναι ένα μοντέρνο και όμοια κλειστοφοβικό «Twin Peaks», ιδωμένο από την πλευρά της Επιστημονικής Φαντασίας.

10. Κρίνετε τα βιβλία από το εξώφυλλό τους; Υπάρχει κάποιο ξεχωριστό εξώφυλλο που είδατε πρόσφατα;
Τα βιβλία όχι — δεν τα κρίνω από το εξώφυλλό τους. Τους εκδότες όμως ναι. Κανείς οφείλει να φροντίζει την εμφάνιση των εκδόσεών του όσο και την υγεία των παιδιών του: οι εκδότες που βγάζουν άσχημα βιβλία, με βιαστικά σκαρωμένα εξώφυλλα, ή απλώς κακόγουστα, με τυποτεχνικά λάθη, σε κακές μεταφράσεις, ανεπιμέλητα κ.ο.κ. απλώς δεν βγάζουν καλά βιβλία. Γιατί και τα όποια καλά τους βιβλία τα καταστρέφουν έτσι. Ο «Ίκαρος» έκανε φέτος το μπαμ με τα εξώφυλλά του στη σειρά μεταφρασμένης πεζογραφίας, είναι γεγονός αυτό. Όμως το πιο ξεχωριστό εξώφυλλο που είδα πρόσφατα είναι αυτό της «Κόκκινης Μαρίας», και με διαφορά. Αν και γραφίστας ο ίδιος, και με πάμπολλα εξώφυλλα να ’χουν περάσει από τα χέρια μου, δεν ανακατεύτηκα καθόλου στην παραγωγή του. Οι γραφίστες της «Διόπτρας» θα μας δώσουν πολύ καλά πράγματα, πάρα πολύ καλά.

11. Διαβάζετε ebooks; Πώς αντιμετωπίζετε τη διαφορετική αυτή μορφή βιβλίων;
Ελάχιστα ebooks έχω διαβάσει, ανήκω σε αυτούς που αγκαλιάζουν τα τεχνολογικά επιτεύγματα με διαφορά φάσης. Όμως τα αγαπώ παθολογικά. Εξίσου παθολογικά με τα χάρτινα βιβλία. Τα ψηφιακά βιβλία είναι το μέλλον — ένα μέλλον από το οποίο δεν θα λείπουν, φυσικά, και τα παραδοσιακά βιβλία. Αν και ένα πολύ μικρό ποσοστό βιβλίων αξίζουν και ξεχωρίζουν από την πλημμύρα των εκδόσεων παγκοσμίως, όλοι οι τύποι βιβλίου είναι ευλογημένοι εξίσου. Και με όλους θα πορευόμαστε. Τα βιβλία και οι αφηγήσεις τους είναι ο μόνος λόγος που αξίζει να ζούμε για να κάνουμε οτιδήποτε άλλο. Άλλος λόγος δεν μπορεί να υπάρξει. Το χαρτί είναι σάρκα, και τα βιβλία είναι η ενσάρκωση της ελευθερίας μας.

12. Έχετε αγαπημένο βιβλιοπωλείο;
Ναι, βέβαια, το Free Thinking Zone στη Σκουφά, το μόνο βιβλιοπωλείο που δεν έχει απλώς δείγματα της τρέχουσας εκδοτικής παραγωγής, αλλά προτείνει το ίδιο βιβλία, και όχι ένα ή δύο, αλλά σε «πακέτα». Είναι μικρό και στοχεύει σε συγκεκριμένο κοινό, γι’ αυτό και παρ’ όλες τις δυσκολίες θα πάει καλά εντέλει, θα παραμείνει στην πρώτη γραμμή: γίνεται ένας πόλεμος, και τα βιβλιοπωλεία (όλα τα βιβλιοπωλεία) είναι τα οχυρά μας. Η στοχευμένη παραγωγή και πώληση είναι εισιτήριο για την επιτυχία. Το FTZ είναι και ένα ξεχωριστό καφέ-μπαρ, επίσης. Αξίζει να το επισκέπτεται κανείς, είναι πανέμορφο και ξεχωριστό.

13. Πού σας αρέσει να διαβάζετε;
Σε μπαρ.

14. Ποια είναι για εσάς η ιδανική διαδικασία συγγραφής;
Το γράψιμο είναι χειρωναξία, εξ ου και απαιτεί ένα ξεκούραστο, καλοθρεμμένο και καλογυμνασμένο σώμα. Επίσης, θέλει όλο το μυαλό σου εκεί, στη δουλειά. Βοηθά μάλιστα πολύ να είσαι σε μία υγιή σχέση, και μάλιστα όχι στην αρχή της: σαν παντρεμένος, ας πούμε, αν και όχι απαραίτητα με βέρες κλπ. Οπότε οι ιδανικές συνθήκες είναι οι εξής: πρωινό ξύπνημα, βόλτα με το σκύλο αν έχεις σκύλο, καφές, συζήτηση με τον σύντροφό σου, πρόγευμα, διεκπεραίωση αλληλογραφίας, ανάγνωση των ειδήσεων και, αμέσως μετά από όλα αυτά, δουλειά χωρίς διακοπή από τις 10, ας πούμε, ώς τις 2 ή τις 3, όχι πάντως πριν τις 2. Τώρα, τα άλλα περί Μουσών, αλκοόλ, νύχτας κλπ. είναι σαχλαμάρες και παρελκυστικά.

15. Ερωτεύεται ο συγγραφέας τους χαρακτήρες του;
Δεν νομίζω. Δεν ξέρω βέβαια τι κάνει ο καθένας, εγώ σίγουρα όχι. Γενικά είμαι πιστός. 🙂

16. Πώς μπορεί να βελτιωθεί ένας συγγραφέας;
Γράφοντας, σταθερά και με πρόγραμμα, και, κυρίως, διαβάζοντας — διαβάζοντας τα πάντα, αλλά με έμφαση στη «λαϊκή» πεζογραφία, τα ευπώλητα μυθιστορήματα, ευρωπαϊκά και αμερικανικά, κλασικά και σύγχρονα: κανείς δεν έγινε ζωγράφος μελετώντας τον Πικάσο ή τον Ντε Κίρικο, χρειάζεται να μάθεις γερό σχέδιο πρώρα. Δηλαδή αφήνουμε τον Μούζιλ, τον Μπέκετ και τον Μπέρνχαρντ για πιο μετά, και πιάνουμε τον Ντίκενς, τον Μπαλζάκ και τα αστυνομικά, πολλά αστυνομικά — υπάρχει χρόνος για όλα στη ζωή του ανθρώπου. Διαβάζουμε, τέλος πάντων. Πολύ. Η συγγραφή είναι αδελφή της ανάγνωσης, όχι μακρινή συγγενής.

17. Πιστεύετε ότι ένα βιβλίο πρέπει να έχει happy ending;
Αν είναι το τελευταίο που θα διαβάσουμε στη ζωή μας, ναι.

18. Με τι θα ασχοληθείτε στο επόμενο βιβλίο σας;
Με μια παρέα παιδιών που θα προσπαθήσουν να σώσουν τη Γη από την καταστροφή. 🙂 Θα γράψω για παιδιά, μ’ άλλα λόγια. Κάτι που λαχταράω χρόνια να το κάνω — και θα το κάνω, επιτέλους, και νιώθω τρομερά ευτυχής. Ίσως και να μην το σταματήσω ποτέ.

19. Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν; (μαζί με την απάντησή της)
«Αν νιώθω αμηχανία όταν πρέπει να υποβάλω μία ερώτηση στον εαυτό μου»: ναι, νιώθω! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την τιμή που μου κάνατε.
button

8859a68711b1056c86f537ad193725da

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *