Πώς έγραψα το καινούριο αστυνομικό της Άγκαθα Κρίστι

Η Sophie Hannah, συγγραφέας της νέας υπόθεσης του Ηρακλή Πουαρό Έγκλημα με υπογραφή, μοιράζεται μαζί μας πώς κατάφερε να αποδώσει το πνεύμα της μεγάλης κυρίας της αστυνομικής λογοτεχνίας κι έναν απ’ τους δημοφιλέστερους ντετέκτιβ όλων των εποχών.

Από τον περασμένο Σεπτέμβρη, οπότε και ανακοινώθηκε ότι θα έγραφα το καινούριο αστυνομικό με ήρωα τον Ηρακλή Πουαρό, έχω διαβάσει πολλές απόψεις ως προς τι σκοπεύω να κάνω στον άμοιρο Βέλγο ντετέκτιβ που ουδεμία σχέση έχουν με την αλήθεια. Σκοπεύω να τον «αναστήσω» λοιπόν; Ε λοιπόν, όχι. Από τη στιγμή που είναι νεκρός, δεν μπορεί να αναστηθεί, και ως λογοτεχνικός χαρακτήρας παραμένει ολοζώντανος και κραταιός: αιωνίως δημοφιλής, παγκόσμιας ακτινοβολίας, και ως εκ τούτου δίχως ανάγκη νεκρανάστασης.

Άρα, μήπως σκοπεύω να τον «ανανεώσω»; Όχι, για τον Θεό. Ο Πουαρό είναι κλασικός χαρακτήρας της αστυνομικής λογοτεχνίας, όχι παλιό μοντέλο MacBook που θα ωφελούνταν από αναβαθμίσεις. Μήπως να τον «αναπλάσω»; Και πάλι όχι. Η δημιουργός του τον έπλασε τόσο περίτεχνα, που δεν θα είχα τίποτε να προσθέσω. Όλοι αγαπάμε τον Πουαρό (κι ας μας εξοργίζει πότε πότε) όπως ακριβώς είναι.

Άρα, τι σκοπεύω να κάνω στον διάσημο ντετέκτιβ της Άγκαθα Κρίστι στο μυθιστόρημα Έγκλημα με υπογραφή; Η απάντηση είναι απλή: θα γράψω την ιστορία του. Αυτό είναι όλο – τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Έχω επινοήσει κι έναν επιπλέον χαρακτήρα, τον επιθεωρητή Έντουαρντ Κάτσπουλ, που είναι ο βοηθός και συμπρωταγωνιστής του Πουαρό καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου καθώς επίσης και αφηγητής του. Γράφει και μιλά για τον Πουαρό ως κάποιος που έχει φτάσει στο σημείο να τον γνωρίζει σε βάθος. Επέλεξα αυτή την προσέγγιση επειδή έκρινα ότι θα έμοιαζε πιο φυσική και αυθεντική (καθώς κι εγώ έχω φτάσει στο σημείο να γνωρίζω τον Πουαρό σε βάθος), και την ακολούθησα. Έμοιαζε η καλύτερη και λιγότερο κτητική αφηγηματική προσέγγιση του Πουαρό.

Επινόησα λοιπόν μια υπόθεση για τον διάσημο Βέλγο ντετέκτιβ κι έναν βοηθό του. Του έδωσα φόνους, υπόπτους, κίνητρα, ίχνη, ανατροπές, ακόμα κι ένα χλιδάτο λονδρέζικο ξενοδοχείο κι ένα αγγλικό χωριουδάκι. Του έστησα ένα ακανθώδες πρόβλημα, και προσκάλεσα τον Πουαρό να το λύσει. Αυτά είναι τα μόνα ρήματα που αποδίδουν την αλήθεια. Οπότε αν διαβάσετε άρθρα που ισχυρίζονται ότι έχω πλευρίσει, αιφνιδιάσει, ξαναβαφτίσει, αναζωπυρώσει, ταριχεύσει, ξεθάψει, απαγάγει, ταλαιπωρήσει, σαμποτάρει, καθαγιάσει, μεταμοσχεύσει ή κακοποιήσει τον Ηρακλή Πουαρό… παρακαλώ να είστε εξίσου καχύποπτοι όσο κι ο ίδιος ο ντετέκτιβ. Οι άνθρωποι δεν λένε πάντα την αλήθεια.

Πώς προέκυψε το όνομα Κάτσπουλ:

Το ευρετήριο του νεκροταφείου

Ορισμένοι συγγραφείς, απ’ ό,τι ακούω, ψάχνουν για τα επώνυμα των χαρακτήρων τους στον τηλεφωνικό κατάλογο. Εγώ το αποφεύγω – μου φαίνεται υπερβολικά προφανές. Ή εσκεμμένο: αν ψάχνεις ονόματα, είναι λογικό κι επόμενο ότι θα τα βρεις, αλλά εγώ υπήρξα πάντα λίγο προληπτική, πιστεύοντας ότι τα ονόματα που βρίσκεις κατά τύχη είναι πάντα κατά κάποιον τρόπο καλύτερα, και πιο ικανοποιητικά. (Παραδέχομαι ότι κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για ανοησία εκ μέρους μου, αλλά πολλές απ’ τις πλέον αμετακίνητες πεποιθήσεις μου είναι μάλλον εξίσου αφελείς. Οπότε θα εμμείνω στην αφέλεια.)

Μια μέρα πέρσι, λίγο αφότου είχα συμφωνήσει να γράψω ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Ηρακλή Πουαρό για λογαριασμό των εκδοτών της Άγκαθα Κρίστι, βρέθηκα να τριγυρίζω σ’ ένα νεκροταφείο που βρίσκεται κοντά στο σπίτι μου. Ο άντρας μου κι εγώ θέλαμε να βγούμε για έναν περίπατο μετά το μεσημεριανό, και μου πρότεινε το νεκροταφείο. Εγώ ύψωσα τα φρύδια σε ένσταση (και τα δύο, αν θυμάμαι καλά), μα εκείνος με διαβεβαίωσε ότι θα το λατρέψω. «Είναι πανέμορφο, και τρομερά ατμοσφαιρικό», μου είπε.

Και είχε δίκιο. Κανείς δεν έχει ταφεί στο Κοιμητήριο της οδού Μιλ στο Κέμπριτζ της Αγγλίας εδώ και πολλά χρόνια, κι έτσι το μέρος είναι σκιερό και χορταριασμένο – μαγικό. Καθώς το περιδιαβαίναμε, άρχισα να παρατηρώ μερικά απ’ τα επώνυμα στους τάφους, και πώς διέφεραν απ’ τα σύγχρονα επώνυμα. Είχαν μια κλασική, παλιομοδίτικη αίσθηση. Αυτό που μου τράβηξε περισσότερο την προσοχή, σκαλισμένο σε μια ταφόπλακα, ήταν το «Κάτσπουλ». «Υπέροχο δεν είναι;» είπα στον σύζυγό μου.«Σαν να τον βλέπω μπροστά μου αυτό τον Κάτσπουλ, μ’ ένα μαντίλι στο τσεπάκι, πιθανώς με τα αρχικά του κεντημένα…» Έπειτα σώπασα, και συνέχισα να περπατώ. Αυτό ήταν! αποφάσισα σιωπηλά. Εδώ θα έβρισκα ονόματα για τους χαρακτήρες στο νέο μυθιστόρημα του Πουαρό.

Ο Κάτσπουλ έπρεπε να είναι ο σημαντικότερος χαρακτήρας μετά τον Πουαρό, αλλά χρειαζόμουν κι άλλα ονόματα – και πολλά. Αντί για τον τηλεφωνικό κατάλογο, θα χρησιμοποιούσα το νεκροταφείο ως ευρετήριο. Έτσι άρχισα να κόβω βόλτες στο νεκροταφείο κάθε μέρα, και το παράξενο ήταν ότι, πάνω που νόμιζα ότι τα είχα βρει όλα, το βλέμμα μου έπεφτε σε μια ταφόπλακα που δεν είχα προσέξει ως τότε, κι ένα ακόμη όνομα ερχόταν να προστεθεί στη λίστα μου. Στο τέλος χρησιμοποίησα κάμποσα στο Έγκλημα με υπογραφή: Κάτσπουλ, Μπρίγκνελ, Νέγκους, Σίπελ. Μια μέρα επισκέφθηκα ένα πάρκο στο Σαιντ Άλμπανς που είχε ένα κοιμητήριο στο πλάι. Και μονολόγησα «Ας ρίξω και σ’ αυτό μια ματιά», και μέσα σε δευτερόλεπτα είχα το επώνυμο Ντουκέιν, που μου άρεσε τρομερά και προστέθηκε στη λίστα των χαρακτήρων μου σε προεξάρχουσα θέση. Φρόντισα να μη χρησιμοποιήσω πουθενά το ίδιο μικρό όνομα που αναγραφόταν στις ταφόπλακες – αυτό θα συνιστούσε παραβίαση της ιδιωτικότητας των νεκρών.

Φέτος τον Ιανουάριο, αποφάσισα να αποκτήσω σκύλο. Περνούσα τόσο χρόνο περιδιαβαίνοντας τα νεκροταφεία σε αναζήτηση ονομάτων, ώστε είχα προσέξει πολλά σκυλιά που έβγαιναν εκεί για τη βόλτα τους. Οι ιδιοκτήτες τους στέκονταν στο πλάι και κουβέντιαζαν, ενώ τα σκυλιά έτρεχαν κι έπαιζαν όλα μαζί στο χορτάρι, ανάμεσα στις πέτρες. «Θα ’θελα πολύ ένα σκύλο», συλλογιζόμουν. Λίγες εβδομάδες μετά, απέκτησα ένα δύο μηνών τεριέ με το όνομα Μπρούστερ. Ο οποίος με ακολουθεί στο κοιμητήριο της οδού Μιλ σχεδόν κάθε μέρα, και συναντά εκεί τη σκυλοπαρέα του, ενώ εγώ χαζεύω πέρα απ’ τους ιδιοκτήτες των σκύλων τις μακρινές ταφόπλακες, σε αναζήτηση κατάλληλων ονομάτων για μελλοντικά βιβλία…

Η επιρροή της Άγκαθα Κρίστι στη γραφή της Sophie Hannah

Όταν ο ατζέντης μου μου πρότεινε για πρώτη φορά να γράψω ένα νέο αστυνομικό με τον Ηρακλή Πουαρό για λογαριασμό των εκδοτών της Άγκαθα Κρίστι, ήξερα μόνο ένα δυο πράγματα: ότι αυτή μπορεί να ήταν κάλλιστα η πιο συναρπαστική λογοτεχνική πρόκληση της ζωής μου, κι ότι δεν θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο σε συνέχεια του έργου κανενός άλλου συγγραφέα, ούτε καν και κάποιου που λάτρευα. Υπήρξα ανέκαθεν παθιασμένη οπαδός της Άιρις Μέρντοχ, για παράδειγμα, αλλά το να προσπαθούσα να γράψω ένα μυθιστόρημα με χαρακτήρες απ’ το έργο της δεν θα είχε καλό αποτέλεσμα. Θα ήταν υπερβολικά ζορισμένο και προσποιητό. Θα ένιωθα σαν ηθοποιός που παίζει το ένα μισό ενός αλόγου σε παντομίμα, ασυγχρόνιστος με το άλλο του μισό και με μεταμφίεση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα κάποιου άλλου.

Η ιδέα του να γράψω ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον Πουαρό δεν μου δημιουργούσε καθόλου αυτή την αίσθηση – κάτι που, κακά τα ψέματα, είναι αλλόκοτο. Γιατί όχι; Γιατί μου φαινόταν τόσο φυσικό και εφικτό; Νομίζω ότι αυτό συνέβη επειδή η επιρροή της Άγκαθα Κρίστι είναι τόσο ουσιώδες κομμάτι του συγγραφικού μου DNA και υπήρξε ανέκαθεν παρούσα στη γραφή μου. Ήταν η βασική μου επιρροή, και η συγγραφέας που μ’ έκανε να αγαπήσω τα αστυνομικά. Την ανακάλυψα νωρίς – στα δώδεκα – και μέχρι τα δεκατέσσερα είχα διαβάσει κάθε λέξη που είχε εκδώσει ποτέ. Ήμουν εθισμένη στη γραφή της. Κι ένα μοτίβο είχε αποκρυσταλλωθεί στο μυαλό μου, το βασικό σχεδιάγραμμα αυτού που θεωρούσα πως όφειλε να είναι το ιδανικό αστυνομικό μυθιστόρημα: μια συναρπαστική, φιλόδοξα δομημένη υπόθεση μυστηρίου – πολύ πιο ενδιαφέρουσα κι αινιγματική από μια απλή φόρμουλα «Ιδού ένα πτώμα – ποιος το σκότωσε;» Ένας μεγαλοφυής ντετέκτιβ, που λύνει κατά τρόπο αξιόπιστο και διαβολικό κάθε γρίφο μέχρι το τέλος. Μια πληθώρα από ίχνη, ακατανόητα όταν τα πρωτοσυναντούμε, μα απολύτως λογικά όταν ακούμε την εξήγηση του ντετέκτιβ – το εξ όψεως αδύνατον που αποδεικνύεται πως είναι δυνατόν. Ο συνδυασμός ενός διασκεδαστικού, διαβαστερού βιβλίου με ψυχολογική εμβάθυνση και συναίσθηση του βάθους και του σκότους του κάθε ανθρώπινου ψυχισμού.

Όταν άρχισα να γράφω αστυνομικά, δεν σκέφτηκα «Θα ακολουθήσω το μοντέλο της Άγκαθα Κρίστι», ούτε «Θα γίνω συγγραφέας αστυνομικού στην παράδοση της Άγκαθα Κρίστι». Παρ’ όλα αυτά, το παράδειγμα της Βασίλισσας του Αστυνομικού πρέπει να ήταν ισχυρό στο μυαλό μου, διότι έγραφα το ένα αστυνομικό μετά το άλλο, με εισαγωγή που στο μυαλό μου είχα ως «Ουβερτούρα α-λα Άγκαθα Κρίστι». Που σημαίνει: κάτι τόσο αινιγματικό να συμβαίνει ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί να αρχίσει να εικάζει ως προς την ακριβή του φύση και να φοβάται ότι ο μόνο τρόπος ερμηνείας είναι η καταφυγή στο υπερφυσικό. Έτσι, στο μυθιστόρημά μου The dead lie down, ένας άντρας ομολογεί ότι δολοφόνησε μια γυναίκα που δεν είναι νεκρή. Κι όσο κι αν η αστυνομία προσπαθεί να τον πείσει ότι δεν μπορεί να τη σκότωσε διότι, κοίτα, να, είναι ζωντανή, ολοζώντανη, και μάλιστα ισχυρίζεται ότι δεν έχει ούτε ακουστά το δολοφόνο της, ο άντρας εξακολουθεί να διατείνεται με επιμονή ότι δεν μπορεί να είναι ακόμα ζωντανή αφού τη σκότωσε –ναι, αυτήν ακριβώς τη γυναίκα– πριν από κάμποσα χρόνια. Το μυθιστόρημά μου Kind of cruel ξεκινά με μια γυναίκα που συλλαμβάνεται για φόνο επειδή στη διάρκεια μιας εμπιστευτικής συνεδρίας ύπνωσης πρόφερε τα λόγια «Λιγάκι, απάνθρωπο, λιγάκι απάνθρωπο», και οι ίδιες ακριβώς λέξεις ήταν το μόνο ίχνος που βρέθηκε στον τόπο μιας αποτροπιαστικής δολοφονίας – αλλά πώς γίνεται οι ντετέκτιβ να γνωρίζουν ότι η ηρωίδα ξεστόμισε αυτές τις λέξεις στον ψυχαναλυτή της σε μια ιδιωτική συνεδρία που κανείς άλλος δεν παρακολούθησε;

Το κόλπο είναι να δείξεις, αργά και λογικά, πώς αυτό που μοιάζει ανέφικτο είναι στην πραγματικότητα καθ’ όλα εφικτό. Η Άγκαθα Κρίστι τα καταφέρνει άψογα σε δεκάδες μυθιστορήματα, κι εγώ προσπαθώ να κάνω το ίδιο στα δικά μου αστυνομικά. Δεν είχα συνειδητοποιήσει, μέχρι να μου ζητηθεί να γράψω το καινούριο βιβλίο με ήρωα τον Πουρό, ότι απ’ τις πρώτες μου εφηβικές απόπειρες συγγραφής αστυνομικού μυθιστορήματος, προσπαθούσα σε πολλά επίπεδα να γράψω όπως η Άγκαθα Κρίστι. Το ότι μου ζητήθηκε να το κάνω επισήμως και δημόσια, και να αναλάβω αυτή την πρόκληση, ήταν λίγο σαν να βγαίνω από μια λογοτεχνική ντουλάπα – γεμάτη με παλιές εκδόσεις βιβλίων της Άγκαθα Κρίστι, τα ίδια βιβλία που συνέλεγα ως έφηβη. Κι από τότε που βγήκα, πιο πολύ απ’ όλα θέλω να ξαναχωθώ μέσα και να ξαναδιαβάσω όλα αυτά τα υπέροχα βιβλία!»

4cbecd1a4f2e52de4d8e6d7d452c8011

 

Αν σας άρεσε το άρθρο μας, μοιραστείτε το!

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *